Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2017

Ἡ θεωρητική βάσις τῆς διά Χριστόν Σαλότητος






«Μακάριος ὅστις τοιοῦτον πρός Θεόν ἐκτήσατο ἔρωτα, οἵον μανικός ἐραστής πρός τήν ἑαυτοῦ ἐρωμένην κέκτηται» ἅγ. Ἀναστάσιος ὁ Σιναϊτης
«Ὁ βιωματικός πυρήνας τῆς διά Χριστόν Σαλότητος — γράφει ὁ Καθηγητής Ἰω. Κορναράκης — συνίσταται ἀπό τήν κυριαρχική στόν ἐσωτερικό κόσμο τοῦ εὐαίσθητου νηπτικοῦ ἀγωνιστοῦ ψυχική καί πνευματική σύγκρουση. Ψυχολογικά ὁ ἀγωνιστής αὐτός φαίνεται παγιδευμένος σ' ἕνα ὑπαρξιακό ἀδιέξοδο. Ἀπό ὁποιοδήποτε σημεῖο ἐξόδου κι ἄν ἐπιχειρήσει νά διαφύγει ἀπό τήν κυριαρχική ψυχοδυναμική ἐξουσία τῆς κενοδοξίας, βρίσκεται πάντοτε μπροστά σ' ἕνα ἀξεπέραστο ἀδιέξοδο…κενοδοξίας!..
Ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής μᾶς δίνει μιά ὄντως θεοφώτιστη συμβουλή, πού ἀρμόζει, ὡς ἀπάντηση, στόν ὀξύ ὑπαρξιακό πνευματικό προβληματισμό τοῦ ἀγωνιστοῦ αὐτοῦ. «Ἐάν — λέγει ὁ ἅγ. Πατέρας — ἀποκτᾶς κάποια ἀρετή καί γιά τό λόγο αὐτό δίνεις τό δικαίωμα στούς δαίμονες νά σέ καταδιώκουν, ἐπειδή εὔκολα τότε σέ παρασύρουν στήν κενοδοξία καί τήν οἴηση γιά τό πνευματικό σου κατόρθωμα, τότε εἶναι καλύτερα νά ὑποχωρεῖς καί νά παραιτεῖσαι ἀπό τήν ἄσκηση αὐτή, πού σοῦ φαίνεται πνευματικότερη, γιά νά μή πέσεις στήν ὑπερηφάνεια· καί προσπάθησε νά καταφύγεις σέ ἅλλη ἀκενόδοξη ἀρετή, μέχρις ὅτου φθάσεις στόν λιμένα τῆς ἀπαθείας, ὅπου κανείς δαίμονας δέν μπορεῖ πλέον νά σέ πλησιάσει» (P. G. 90, 825 α — 828 α).
Ἡ ἀκενόδοξη ἀρετή! Ποιά ἀρετή μπορεῖ νά εἶναι ἀκενόδοξη, ἐντελῶς ἀπηλλαγμένη ἀπό κρυφά καί ἀνύποπτα αἰσθήματα προσωπικῆς αὐτοεκτιμήσεως καί ὑπερηφανείας, λόγῳ πνευματικῶν κατακτήσεων; Ἡ ἀπάντηση φαίνεται νά εἶναι μία: Ἡ διά Χριστόν Σαλότητα» (Ἰω. Κορναράκη αὐτ. σελ. 93 — 94).

Στόν «μανικό ἔρωτα» τοῦ ἀνθρώπου πού ποθεῖ τόν Χριστό, κρύβεται ἡ οὐσία, τό βάθος καί τό περιεχόμενο τῆς διά Χριστόν Σαλότητος. Διότι — ὅπως εὔστοχα παρατηρεῖ ὁ Προηγούμενος τῆς Μονῆς Παρακλήτου Ὠρωποῦ ἀρχιμ. Ἰγνάτιος — «μόνο ἄνθρωπος κυριευμένος ἀπό θεία μέθη, μπορεῖ νά ἐπιχειρήσει τήν ἄσκηση τῆς Σαλότητος· καί τό κυριώτερο, πρέπει νά ἔχει ἀποκτήσει τόν θεῖο ἔρωτα πρός τόν Νυμφίο τῆς ψυχῆς του Χριστό, στόν βαθμό πού ἀναφέρει ὁ ἅγ. Ἰωάννης» («Ὅσιος Ἀνδρέας ὁ διά Χριστόν Σαλός», ἔκδοσις Μ. Παρακλήτου, σελ. 17).
«Μανικός ἔρως» καί «μανικός ἐραστής» εἶναι προσφιλεῖς ἐκφράσεις τῶν Πατέρων γιά νά ἐκφράσουν τόν θεῖο πόθο τοῦ πιστοῦ πρός τόν Χριστό (Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Λόγος 23, 1· P. G. 61, 533 καί Ὁμιλία πρός Ἐφεσίους 7· P. G. 62, 54. Ἁγ. Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, Κατήχησις 21· Σ.Ψ. 104, σελ. 362, στιχ. 139 — 140. Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Σιναϊτου, Κλῖμαξ, Λ' Περί ἀγάπης, ἐλπίδος καί πίστεως, κεφ. 5· P. G. 88, 1156 C).
Ὁ Σαλός τοῦ Θεοῦ ἀναζητεῖ ἐναγωνίως τόν Νυμφίο τῆς ψυχῆς του, ἀναζητεῖ «ὅν ἠγάπησεν ἡ ψυχή του». Κάτω ἀπό τήν ἐπίπλαστη μωρία του βιώνει τό Ἁγιογραφικό, «ἐζήτησα (τόν Νυμφίο) καί οὐχ εὕρον αὐτόν· ἐκάλεσα αὐτόν καί οὐχ ὑπήκουσε μου. Ἀναστήσομαι δή καί κυκλώσω ἐν τῇ πόλει, ἐν ταῖς ἀγοραῖς καί ἐν ταῖς πλατείαις καί ζητήσω ὅν ἠγάπησέ με… (ἐρωτήσω) μή ὅν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου ἴδετε;» (Ἄσμα Ἀσμάτων 3, 1 — 3).
Καί ὅταν ὁ ὑποκρινόμενος τόν σαλό ἐλεηθεῖ ἀπό τόν θεό νά Τόν βρεῖ, ἐνῶ βιώνει τό ἀνεπανάληπτο τοῦ ἁγ. Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου,
«πάλιν ἐκλάμπει μοι τό φῶς, πάλιν τρανῶς ὁρᾶται, πάλιν ἀνοίγει οὐρανούς, πάλιν τέμνει τήν νύκτα», δέν ἀναφωνεῖ
«ὡραίων ὡραιότερος τότε ἀποτελοῦμαι, πλουσίων πλουσιώτερος καί δυνατῶν ἁπάντων
ὑπάρχω δυνατότερος καί Βασιλέων μείζων καί τιμιώτερος πολύ τῶν ὁρωμένων πάντων»,
ἀλλά βιώνει τήν τέλεια ταπείνωση καί κρύβει τήν χαρά του, φοβούμενος μήπως ἡ διαβολική ὑπερηφάνεια ἐξανεμίσει τούς πευματικούς του θησαυρούς. Λέγει σχετικά ὁ ἅγ. Διάδοχος Ἐπίσκοπος Φωτικῆς: «Ὅπως ἡ πολύ λύπη φέρνει σέ ἀπιστία καί ἀπελπισία τήν ψυχή, ἔτσι καί ἡ πολλή χαρά προκαλεῖ σ' αὐτήν οἴηση». Γιά τοῦτο συνιστᾶ ὁ Νηπτικός Πατέρας: «Δεῖ λυπεῖσθαι ἡμᾶς συμμέτρως, ὡς ἐγκαταλειφθέντας δέ εὐκαίρως τῇ ἀγαθῇ ἐλπίδι πτερουμένους» (κεφ. ξθ').
Τήν ἀσκητική ὁδό τῆς διά Χριστόν Σαλότητος, κατά κάποιο τρόπο δίδαξε ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος. Ὁ ταπεινός Ἰησοῦς κατά τήν ἐπίγεια ζωή Του δέν εἶχε «ποῦ τήν κεφαλήν κλίνη» (Ματθ. 8, 20), ἀπέφυγε τήν κοσμική δόξα, σέ πολλές περιπτώσεις «οὐκ ἀνοίγει τό στόμα αὐτοῦ, ὡς ἀμνός ἐναντίον τοῦ κείροντος αὐτόν ἄφωνος» καί τελικῶς «ὡς πρόβατον ἐπί σφαγήν ἤχθη» (Ἡσαϊας 53, 7).
«Τό γεγονός ὅτι ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός θεωρήθηκε καί κατηγορήθηκε ἀπό τό Ἰουδαϊκό ἠθικό καί θρησκευτικό κατεστημένο σάν συνεργός τοῦ δαίμονα καί ἀκόμα περισσότερο σάν δαιμονισμένος, ἀφήνει περιθώρια στήν Ἐκκλησία γιά τήν ἐμφάνιση μιᾶς χαρισματικῆς σαλότητος. Ἄλλωστε ὁ Ἴδιος πολλές φορές τόνισε μέ ἰδιαίτερη ἔμφαση τήν ἀνάγκη τῆς παιδικῆς ἁπλότητας στήν ὕπαρξη καί τήν ζωή μας» Ὁ ἅγ. Συμεών ὁ διά Χριστόν Σαλός», ἔκδοσις «Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας», σελ. 7).
Ἀκόμη, στήν δήλωση τοῦ Κυρίου πρός τούς Ἀποστόλους Του, «εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τήν ἐμήν δίδωμι ὑμῖν· οὐ καθώς ὁ κόσμος δίδωσιν» (Ἰω. 14, 27), ἡ ἔκφραση «οὐ καθώς ὁ κόσμος» ἐπιδέχεται πολλές ἑρμηνείες, μία ἀπό τίς ὁποίες εἶναι καί ἐκείνη τῆς χαρισματικῆς σαλότητος.
Στήν περίπτωση τῶν Μαθητῶν τοῦ Κυρίου ἔχουμε τήν πρώτη ὁλοκληρωτική ὑπέρβαση τοῦ ἀνθρωπίνου ἐγώ, χάριν τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Εὐαγγελίου Του. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, περιγράφοντας τήν ζωή τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, χρησιμοποιεῖ ἐκφράσεις πού ἀργότερα θά ἀποτελέσουν τά χαρακτηριστικά τῆς ζωῆς τῶν διά Χριστόν Σαλῶν. «Δοκῶ — λέγει — ὅτι ὁ Θεός ἡμᾶς τούς Ἀποστόλους ἐσχάτως ἀπέδειξεν ὡς ἐπιθανατίους, ὅτι θέατρο ἐγεννήθημεν τῷ κόσμῳ,… ἡμεῖς μωροί διά Χριστόν,… ἀσθενεῖς,… ἄτιμοι,… ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγεννήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι» (Α' Κορ. 4, 9 — 13).
Οἱ Σαλοί τοῦ Θεοῦ ἦσαν στήν συνέχεια τῆς Χριστιανικῆς Ἱστορίας γιά τόν κόσμο οἱ «ἔσχατοι», οἱ «ἐπιθανάτιοι», οἱ «μωροί», οἱ «ἀσθενεῖς», οἱ «ἄτιμοι», τά «περικαθάρματα». Ὄχι, ὅμως, μόνον αὐτοί. Διότι, ὅπως γράφει χαρακτηριστικά ὁ ἀρχιμ. Ἰγνάτιος, «στούς αἰώνες πού ἀκολούθησαν τήν ἔνδοξη ἐποχή τῶν διωγμῶν, ὅλοι οἱ Χριστιανοί πού θέλησαν νά ζήσουν μέ συνέπεια τήν Χριστιανική ζωή, οεωρήθηκαν ἀπό τούς κοσμικούς σάν ἀφελεῖς, ἀνόητοι καί τρελλοί. Στήν κοσμική σκέψι εἶναι ἀδιανόητο νά περιφρονήσει κανείς γιά τίς ἀρχές του τό συμφέρον του ἤ νά ἀπαρνηθεῖ τόν κόσμο καί τά ἐγκόσμια μέ τήν ἐλπίδα τῶν αἰωνίων. Ἑπομένως, ὄχι μόνο ὁ ἅγ. Ἀνδρέας καί οἱ ἄλλοι διά Χριστόν Σαλοί, ἀλλά ὅλοι οἱ ἀσκηταί καί μοναχοί, καθώς καί ὅλοι οἱ συνειδητοί Χριστιανοί, εἶναι γιά τόν κόσμο μωροί, σαλοί καί τρελλοί» (αὐτ. σελ. 15).
Σαλοί λοιπόν, στήν γενική σημασία τοῦ ὅρου, κατά τά προηγούμενα εἶναι ὅλοι οἱ Χριστιανοί, διά Χριστόν ὅμως εἰδικῶς οἱ ἐκλεκτοί ἐκεῖνοι ταπεινοί δοῦλοι τοῦ Κυρίου, στούς ὁποίους «Θεός δίδωσι χάριν» (Ἰακ. 4, 6). Ἡ διά Χριστόν Σαλότης προϋποθέτει κατά κύριο λόγο βίωμα ταπεινώσεως. Ὁ Σαλός συμπεριφέρεται «ὡς ὁ ἔσχατος» τῶν ἀνθρώπων. Αὐτός εἶναι ὁ τρόπος τῆς προσωπικῆς του ἀσκήσεως, ἡ ὁδός τῆς σωτηρίας του, πρωτίστως ὅμως εἶναι τό βίωμά του. Γιά τόν λόγο αὐτό σημειώνει ὁ Μοναχός Ἰσαάκ — «ἡ διά Χριστόν Σαλότης εἶναι εἰδικό χάρισμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μοναδικό στό εἶδος καί στήν μέθοδο». Ἔτσι, ἡ ζωή τοῦ «σαλοῦ» εἶναι γεμάτη ἀπό «ἱερές ἀκροβασίες μέσα σέ μία ἄβυσσο πικρῆς ταπεινώσεως καί συντριβῆς» Ὅσιος Ἀνδρέας…", σελ. 5).


Ἡ ἄσκησις τῆς διά Χριστόν Σαλότητος στούς Χριστιανικούς λαούς
Ἡ μελέτη τοῦ Ἁγιολογίου τῆς Ἐκκλησίας ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ ἰδιοσυγκρασία τῶν Ρώσων εὐνοεῖ τήν ἄσκηση τῆς διά Χριστόν Σαλότητος. «Γενικῶς — γράφει — ὁ Καθηγητής Ἀρσένιεφ — ὁ τύπος τοῦ δικαίου πού ὑποφέρει, τοῦ Χριστιανοῦ Ἰώβ, ἐγνώρισε πλούσια πνευματική ἄνθηση στή Ρωσία, ὅπως καί σέ ἄλλες Χριστιανικές χῶρες. Μπορεῖ μάλιστα ὁ καταθλιβόμενος δίκαιος μπορεῖ νά θεωρηθεῖ σάν πάρα πολύ ἀντιπροσωπεύων ὅλη τήν Ρωσική λαϊκή εὐσέβεια στίς κορυφώσεις της» (Νικ. Ἀρσένιεφ, «Ἡ Ρωσική Εὐσέβεια», σελ. 128).
Κατά τούς εἰδικούς μελετητές τοῦ θέματος, μεταξύ τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἡ Ρωσική Ἐκκλησία «κρατεῖ τήν παράδοση τῆς διά Χριστόν Σαλότητος μέ μεγαλύτερο ἐνθουσιασμό ἀπό ὅτι οἱ Ἕλληνες, ἀφοῦ 36 συνολικά Ρῶσοι Σαλοί ἔχουν ἀναγνωρισθεῖ, ἀλλά μόνον 6 Ἕλληνες» (G. Sauard, «The Perfect Fools», σελ. 56). Στό σημεῖο αὐτό θά πρέπει νά σημειώσουμε, ὅτι ἀπό τούς 6 διά Χριστόν Σαλούς πού μνημονεύει ὁ Καθηγητής Sauard σάν Ἕλληνες, ὁ ἕνας ἦταν Σκύθης (ὁ ὅσ. Ἀνδρέας ΚΠόλεως), ἕνας Σῦρος (ὁ ὅσ. Συμεών τῆς Ἔμεσσας) καί μία Αἰγυπτία (ἡ ὁσ. Ἰσιδῶρα τῆς Ταβέννης).
Ὅμως ἡ Ρωσική Ἐκκλησία ἦταν κι αὐτή ἐπιφυλακτική ἔναντη τοῦ φαινομένου (συνεπής πρός τήν στάση τῆς καθόλου Ἐκκλησίας). Χαρακτηριστική εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ Ἰβάν Κορέϊσα. Ἔζησε 44 χρόνια ἔγκλειστος σέ ψυχιατρεῖο καί τιμήθηκε εὑρύτατα ἀπό τόν λαό τῆς Μόσχας. Χωρίς νά ἀποκλείεται νά ἦταν ἕνας πραγματικός διά Χριστόν Σαλός, «ἡ λατρεία πού ἀπολάμβανε στήν ζωή — γράφει ἡ Εἰρ. Γκοραϊνωφ — δέν εἶχε συνέχεια μετά τόν θάνατό του. Ὁ τάφος του δέν ἔγινε τόπος προσκυνήματος, ὅπως ἔγινε ὁ τάφος τῆς μακαρίας Ξένης τῆς Πετρουπόλεως. Ὁ λαός, στιγμιαία παρασυρόμενος, ἔκανε τελικά ὑπό τήν καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τήν ἐπιλογή του» (Εἰρ. Γκοραϊνωφ αὐτ. σελ. 1993).
Στό Ἑλληνικό Ἁγιολόγιο, δηλαδή στό Ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας τῆς ΚΠόλεως, μνημονεύονται πέντε μόνον διά Χριστόν Σαλοί Ἅγιοι, ἀπό τούς ὁποίους οἱ τρεῖς εἶναι ξένης καταγωγῆς, ἐνῶ γιά τούς ἄλλους δύο δν ὑπάρχουν στοιχεῖα. Τήν 25η Φεβρουαρίου μνημονεύεται ὁ ὅσ. Θεόδωρος, ἄνευ ὑπομνήματος. Τήν 1η Μαϊου ἡ ὁσ. Ἰσιδώρα τῆς Ταβέννης, Αἰγυπτία στήν καταγωγή. Τήν 28η Μαϊου ὁ ὅσ. Ἀνδρέας τῆς ΚΠόλεως, Σκύθης στήν καταγωγή. Τήν 21η Ἰουλίου ὁ ὅσ. Συμεών τῆς Ἔμεσσας, Συριακῆς καταγωγῆς. Καί τήν 6η Νοεμβρίου ὁ ὅσ. Παῦλος «ὁ ἐκ Κορίνθου», ἄνευ ὑπομνήματος.
Στό Ρωσικό Ἁγιολόγιο ἀντιθέτως, μνημονεύονται μόνον γιά τήν περίοδο ἀπό τόν 14ο ἕως καί τόν 17ο αἰ., 30 περίπου περιπτώσεις διά Χριστόν Σαλῶν, ἀπό τούς ὁποίους μόνον τρεῖς ἦσαν μή Ρωσικῆς καταγωγῆς (ὁ Γερμανικῆς καταγωγῆς ὅσ. Προκόπιος τοῦ Οὔστιουγκ, ὁ Γερμανόγλωσσος ὅσ. Ἰσίδωρος τοῦ Ροστώφ καί ὁ ὅσ. Ἰωάννης τοῦ Ροστώφ, γιά τόν ὁποῖο συμπεραίνεται, ὅτι εἶχε ἔρθει ἀπό τήν Δύση, ἀπό ἕνα Λατινικό Ψαλτήριο πού βρέθηκε στόν τάφο του).
Ἡ διά Χριστόν Σαλότητα σάν πνευματικό, ἀλλά καί κοινωνικό φαινόμενο μελετήθηκε ἰδιαίτερα στήν Ρωσία. ἡ σχετική βιβλιογραφία εἶναι ἱκανοῦ μεγέθους. Μέ τό θέμα ἀσχολήθηκαν ὄχι μόνον ἐκκλησιαστικοί ἄνδρες, ἀλλά καί μεγάλοι συγγραφεῖς καί ἐπιστήμονες. Ὁ καθηγητής Ἀρσένιεφ ἀναφέρει σχετικά:
«Οἱ «προσκυνητές», οἱ «ἠλίθιοι», οἱ «διά Χριστόν Σαλοί» («γιουρόντιβι Κρίστα ράντι»), αὐτοί πού μάζευαν ἐλεημοσύνες γιά τό χτίσιμο Ναῶν, διέσχιζαν ὅλη τήν Ρωσία πεζοπορώντας καί συνάθροιζαν μεγάλα ποσά ἀπ' ὅπου ξεφύτρωναν καινούργιοι Ναοί σ' ὅλη τήν ἔκταση τῆς χώρας… Κι' ἀνάμεσά τους πόσοι ψευτοπροσκυνητές, ψευτοἀσκητές, ψεύτικοι «ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ», οἱ ὁποῖοι ἀποζοῦσαν εἰς βάρος τῆς εὐπιστίας τοῦ λαοῦ» (Νικ. Ἀρσένιεφ αὐτ. σελ. 130).
Αὐτή ἡ ἀταίριαστη συνύπαρξη Ἁγίων καί ἀπατεώνων, διασώθηκε καί μέσα στά ἔργα τοῦ Φ. Ντοστογιέφσκυ. Ὁ μεγάλος συγγραφέας περιγράφει στούς «Δαιμονισμένους», ἕναν ψευδοἅγιο, «σέ μία σκηνή γεμάτη κωμικό οἶστρο». Ὁ ἴδιος ὅμως περιγράφει καταπληκτικά στούς «Ἀδελφούς Καραμάζωφ» ἕναν πραγματικό Ἅγιο στό πρόσωπο τοῦ Στάρετς Ζωσιμᾶ, τόν ὁποῖο ἐμπνεύσθηκε ἀπό τήν ἀκτινοβολοῦσα προσωπικότητα τοῦ ὁσ. Ἀμβροσίου Στάρετς τῆς Ὄπτινα. Διότι, τελικά, ὅπως ἐπιγραμματικά λέγει ὁ Ἀρσένιεφ, «τό γνήσιο παρακάμπτει τό ψεύτικο, τήν σκιά πού ἀκολουθεῖ ἀπό κοντά» (Νικ. Ἀρσένιεφ αὐτ. σελ. 130).
Ὁ Λέων Τολστόϊ διέσωσε στό ἔργο του «Παιδιά» (κεφ. 12), στό πρόσωπο τοῦ σαλοῦ Γκρίσα, τόν χαρακτηριστικό τύπο τῶν Ρώσων διά Χριστόν Σαλῶν. «Στήν κρυφή προσευχή του αὐτός ὁ θεότρελλος φτωχός — γράφει — ξανοίγει μπροστά στόν Θεό τόν κρυμμένο πλοῦτο τῆς φλογερῆς καί ἁγνῆς ψυχῆς του… Πέρασα σιγάσιγά τό κεφάλι μου ἀνάμεσα στήν μισάνοιχτη πόρτα καί φοβόμουν νά ἀναπνεύσω. Ὁ Γκρίσα πεσμένος στά γόνατα ἀκίνητος· βαθιοί στεναγμοί ἀναδίνονταν ἀπό τό στῆθος του· στή θολή κόρη τοῦ φωτισμένου ἀπό τό φεγγάρι ματιοῦ του εἶχε σταματήσει ἔνα δάκρυ…
«Γεννηθήτω τό θέλημά Σου» ἐφώναξε ξάφνου μέ ἀμίμητη ἔκφραση καί ἀκούμπησε τό μέτωπό του καταγῆς μέ ἀναφυλλητά παιδιοῦ!.. Ὦ μεγάλε Χριστιανέ Γκρίσα· ἡ πίστη σου ἦταν τόσο μεγάλη πού ἔνοιωθες τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ»!

Ὁ μυστικός κόσμος τῆς χαρισματικῆς σαλότητος
Ὁ κόσμος τῶν Ἁγίων γενικῶς καί τῶν διά Χριστόν Σαλῶν Ἁγίων εἰδικῶς, εἶναι κόσμος μυστικός καί πνευματικός. Γιά τόν λόγο αὐτό εἶναι ἐξαιρετικά δύσκολο νά ἑρευνηθεῖ ὁ προσωπικός τρόπος καί δρόμος πρς τήν Ἁγιότητα, ἑνός ἑκάστου τῶν Σαλῶν.
«Ὁ πνευματικός — λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος — ἀνακρίνει μέν τά πάντα, αὐτός δέ ὑπ' οὐδενός ἀνακρίνεται» (Α' Κορ. 2, 15). Ἡ Ἁγιότητα εἶναι κατάστασις πού πρώτιστα ἀναφέρεται στόν ἐσωτερικό «τῆς καρδίας ἄνθρωπο, ἐν τῷ ἀφθάρτῳ τοῦ πνεύματος,ὅ ἔστιν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πολυτελές» κατά τόν Ἀπόστολο Πέτρο (Α' Πέτρ. 3, 3 — 4). Πάνω στά προηγούμενα ἡ Τατιάνα Γκορίτσεβα γράφει:
«Ἕνας ἄνθρωπος μπορεῖ νά γίνει ἀντικείμενο μελέτης καί ἐξετάσεων. Μπορεῖς νά τόν μελετήσεις, νά μάθεις πολλά ἀπ' αὐτόν… Κανείς ὅμως δέν μπορεῖ νά κρίνει ἕναν Ἅγιο… (διότι) Ἁγιότητα σημαίνει κατ' ἐξοχήν ἐσωτερικότητα» (Τ. Γκορίτσεβα, «Ἡ τρέλλα νά εἶσαι Χριστιανός», σελ. 37).
Ἐπομένως, μόνος τρόπος προσεγγίσεως ἑνός Ἁγίου, εἶναι ἡ προσεκτική παρατήρησις ὅσων ἀκτίνων ἁγιότητος διαφεύγουν ἀπό τό πνευματικό του κάλλος καί τήν ἀπαστράπτουσα λάμψη τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ. Χρησιμοποιοῦμε τήν ἔκφραση «διαφεύγουν», διότι οἱ Ἅγιοι προσπαθοῦν νά διατηρήσουν «ἐν κρυπτῷ», τόσο τόν προσωπικό τους ἀγῶνα, ὅσο καί τίς δωρεές μέ τίς ὁποῖες ἐλεήθηκαν ἀπό τόν Θεό. Ἔτσι, στόν κόσμο ἀποκαλύπεται ὅτι οἱ ἴδιοι ἐπιτρέπουν νά «διαφύγει», γιά τήν οἰκοδομή τοῦ πλησίον καί τήν δόξα τοῦ Θεοῦ.
Ἡ προσεκτική, λοιπόν, παρατήρησις τῆς ζωῆς καί τῶν σημείων τῶν διά Χριστόν Σαλῶν Ἁγίων, πείθει, ὅτι πλανοῦν καί ἐμπαίζουν τόν κόσμο μέ τίς ἐξωτερικές τους ἐκδηλώσεις. Δείχουν, ὅτι «καθεύδουν διά τήν χρείαν τῆς φύσεως», ἡ καρδιά τους ὅμως «ἀγρυπνεῖ διά τό πλῆθος τοῦ ἔρωτος» πρός τόν Θεό, κατά τήν ἔκφραση τοῦ ὁσ. Ἰωάννη τῆς Κλίμακος (Λόγος Λ' Περί Ἀγάπης, 6 — 7).
«Ὁ μανικός ἔρως — γράφει ὁ ἀρχιμ. Ἰγνάτιος — εἶναι ἡ ἀρχή καί τό τέλος τῆς διά Χριστόν Σαλότητος… Οἱ Ἅγιοι διά Χριστόν Σαλοί παίζουν ἕνα ἱερό παιχνίδι. Ἐμπαίζουν τόν κόσμο καί τά τοῦ κόσμου τούτου, τοῦ ματαίου καί φιλοδόξου. Ἐμπαίζουν τά κοσμικά σχήματα, τήν δῆθεν ἀξιοπρέπεια καί κοσμική εὐγένεια, τήν διπλωματία καί τήν ὑποκρισία, τήν ἐπίδειξη καί τόν φαρισαϊσμό. Ἐμπαίζουν αὐτό τό γελοῖο κοσμικό δόγμα ὡρισμένων, πού ἐκφράζεται μέ τό «τί θά πεῖ ὁ κόσμος», μέ τό «πῶς θά φανῶ στόν κόσμο» Ἅγιος Ἀνδρέας…", σελ. 17).
Τό «ἱερό παιχνίδι» τῆς διά Χριστόν Σαλότητος, ἀποτελεῖ βίωμα τοῦ Ἀποστολικοῦ «τά μωρά τοῦ κόσμου ἐξελέξατο (ὁ Θεός), ἴνα καταιχνύνη τούς σοφούς» (Α' Κορ. 1, 27). Οἱ «σαλοί» μέ τό καθημερινό τους μαρτύριο μαρτυροῦν τήν Πίστι, τήν σοφία τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία οὔτε σοφοί, οὔτε γραμματεῖς, οὔτε συζητητές «τοῦ αἰ·ωνος τούτου» μπόρεσαν νά γνωρίσουν, διότι «ἐμώρανεν ὁ Θεός τήν σοφίαν τοῦ κόσμου». Αὐτή τήν Πίστι δίδουν στόν κόσμο «διά τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος», διά τῆς ὁποίας μωρίας «εὐδόκησεν ὁ θεός σῶσαι τούς πιστεύοντας» (Α' Κορ. 1, 20 — 21).
Οἱ διά Χριστόν Σαλοί Ἅγιοι εἶναι διαφοροποιημένοι ἀπό τόν κόσμο σχεδόν σέ ὅλα. Μέ τόν τρόπο αὐτό καταθέτουν καθημερινά ἐνώπιον τοῦ ἁμαρτωλοῦ κόσμου τήν «μωρία», τήν ἁπλότητα, δηλαδή, τοῦ κηρύγματος, τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ, μέ τό ὁποῖο μπορεῖ νά σωθεῖ ὁ κόσμος. Διαφοροποιοῦνται ἀπό τόν κόσμο, γιά νά δείξουν τήν ἀπόσταση πού χωρίζει τόν πνευματικό κόσμο (πού εἶναι τό διαρκές μέλλον τοῦ ἀνθρώπου), ἀπό τόν ὑλικό κόσμο τῆς ρευστῆς καθημερινότητας.
Ἡ ζωή τῶν διά Χριστόν Σαλῶν Ἁγίων εἶναι ἕνα διαρκές, καθημερινό μαρτύριο, ἕνα μαρτύριο ἐπώδυνο «διά βίου», πνευματικό ἀλλά καί σωματικό. Ὁ ἀγωνιζόμενος στό στάδιο τῆς «ἐπιπλάστου μωρίας», ἀγωνίζεται κατά δαιμόνων καί ἀνθρώπων, κατά σαρκός καί καιρικῶν συνθηκῶν, κατά ὁρατῶν καί ἀοράτων ἐχθρῶν. Εἶναι σχεδόν ἤ καί τελείως γυμνός (λ.χ. ὁ μακάριος Βασίλειος τῆς Μόσχας), στόν καύσωνα τοῦ καλοκαιριοῦ καί τίς παγωνιές τοῦ χειμῶνα. Δέν νηστεύει ἁπλῶς, ἀλλά πεινάει, τρεφόμενος μέ τά ἀποφάγια τῶν ἄλλων (π.χ. ἡ ὁσ. Ἰσιδῶρα τῆς Ταβέννης). Ὅλοι τόν κτυποῦν, εἷναι «ὁ τρελλός τοῦ χωριοῦ» καί μαζί του πρέπει νά «διασκεδάσουν» οἱ ἀλῆτες τοῦ δρόμου, τά κακομαθημένα παιδιά καί οἱ ἀργόσχολοι τῆς ἀγορᾶς. Ἀκόμη καί οἱ Χριστιανοί τόν διώχνουν ἀπό τίς Ἐκκλησίες, διότι εἷναι «δαιμονισμένος καί κάνει φασαρίες»!
Ὁ πονηρός τόν καταδιώκει συνεχῶς, μέ ὁράματα, φαντασίες, ἀπειλές, ἀλλά καί ἐμφανίσεις! Ὁ Σαλός εἶναι ἀπόλυτα μόνος. (Εἶδε κάποτε ὁ ἅγ. Ἀνδρέας τῆς ΚΠόλεως σέ ἕνα σωρό κοπριά κάτι σκυλιά· πλησίασε νά ζεσταθεῖ κοντά τους, ἀλλά τά σκυλιά ἔφυγαν! Τότε ὁ Ὅσιος εὐχαρίστησε τόν Θεό πού ὅλοι τόν σιχάθηκαν!).
Αὐτό εἶναι τό ματύριο, ἀλλά καί ἡ μαρτυρία. Ὁ Καθηγητής Ἀρσένιεφ ὁμολογεῖ: «Στούς Σαλούς ὑπάρχουν οἱ μεγάλοι ἀσκητές καί μεγάλοι ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ, τέλεια ὁμαλοί διανοητικῶς, οἱ ὁποῖοι ἔκρυβαν ἕνα ἐξαιρετικό πλοῦτο θρησκευτικῆς ζωῆς, ὄντας ἡ τρέλλα των ἁπλῶς μία προσωπίδα υἱοθετημένη ἀπό μία ἀξίωση ταπεινοσύνης, ὥστε νά μπορέσουν ἔτσι αὐτοί νά περιφρονηθοῦν, δυσφημιστοῦν κι ἐξευτελισθοῦν ἀπό τούς ἀνθρώπους» (Ν. Ἀρσένιεφ αὐτ. σελ. 132).
Ἐκφράσεις τοῦ «μανικοῦ ἔρωτος» τῶν διά Χριστόν Σαλῶν Ἁγίων ἀντλοῦμε ἀπό τά Συναξάριά τους. Οἱ ἐκλεκτοί τοῦ Πνεύματος, κατ' ἀρχήν, μπαίνουν στό στάδιο τῆς προσποιητῆς σαλότητας, ὄχι μέ δικό τους θέλημα, ἀλλά μετά ἀπό προσωπική πρόσκληση τοῦ Θεοῦ. Στόν Βίο τοῦ ἁγ. Ἀνδρέα τῆς ΚΠόλεως, στό ὅραμα τῆς πάλης του μέ τόν Αἰθίοπα, μετά τήν νίκη του, «ὁ ἔνδοξος νέος πλησιάζει τόν μακάριο, τοῦ δωρίζει ἐκεῖνα τά πολύτιμα στεφάνια, τόν ἀσπάζεται καί τοῦ λέγει: «Ἀπό τήν στιγμή αὐτή εἶσαι φίλος μου καί ἀδελφός μου. Ἀγωνίζου τό καλόν ἀγῶνα γυμνός. Γίνε γιά χάρι μου σαλός κι ἐγώ θά σοῦ χαρίσω πολλά ἀγαθά στήν βασιλεία μου» Ἅγιος Ἀνδρέας…", σελ. 25). Αὐτή εἶναι χωρίς ἀμφιβολία μία προσωπική πρόσκλησις τοῦ Ἰδίου τοῦ Χριστοῦ πρός τόν ἀγωνιστή.
Οἱ εὐσεβεῖς νέοι Συμεών καί Ἰωάννης κατευθύνονται πρός τήν Μονή τοῦ Ἀββᾶ Γερασίμου καί προσεύχονται, ἄν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι νά μείνουν, νά βροῦν τήν πύλη ἀνοικτή. Ὁ ἐνάρετος Ἡγούμενος Νίκων βλέπει στόν ὕπνο του τήν ἡμέρα πού ἦταν νά ἔρθουν, κάποιον νά τόν διατάσσει: «Σήκω κι ἄνοιξε τήν πόρτα ἀπό τό μαντρί, γιά νά μποῦν τά πρόβατά μου»! «Ὅταν πλησίασαν, τοῦ λέει ὁ Ἡγούμενος: «Καλῶς ἦρθαν τά πρόβατα τοῦ Χριστοῦ»! Καί ἀμέσως λέγει στόν Συμεών: «Καλῶς ἦρθες, Σαλέ· ἀλήθεια, δέκα περισσότερα τά δικά σου ἀπό τοῦ Ἀββᾶ Ἰωάννη καί σέ περιμένουν»! Ὁ ἅγ. Συμεών…", σελ. 27). Αὐτή εἶναι μία προσωπική πρόσκλησις μέσῳ διορατικοῦ Γέροντος.
Ἡ εὐλογημένη ὁσ. Ξένη, πρίν ἐπιστρέψει στήν Ἁγία Πετρούπολη ὑποκρινομένη τήν σαλή, ἔζησε ὀκτώ χρόνια «σέ κάποιο ἐρημητήριο μέ ἀδελφότητα ἱερῶν ἀσκητριῶν, διδασκομένη γιά τήν προσευχή καί τήν πνευματική ζωή ἀπό μία Γερόντισσα. Σ' αὐτή τήν περίοδο ἔφθασε στό ὕψιστο σημεῖο πνευματικῆς τελειότητος καί ἀξιώθηκε τοῦ χαρίσματος τῆς διά Χριστόν Σαλότητος» (Μητροπ. Ὠρωποῦ καί Φυλῆς Κυπριανοῦ, «Ἡ ὁσ. Ξένη ἡ διά Χριστόν Σαλή», σελ. 22). Αὐτή εἶναι μία ἄλλη μορφή προσκλήσεως.
Οἱ Σαλοί τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ δεχθοῦν καί ἀποδεχθοῦν τήν πρόσκληση τοῦ Κυρίου τους, ἐντελῶς ξαφνικά ἀποκτοῦν περίεργη συμπεριφορά καί ἐξωτερική ἐμφάνιση (ὁ ὅσ. Ἀνδρέας τῆς ΚΠόλεως κυκλοφορεῖ ντυμένος μία ψάθα· ἡ ὁσ. Ξένη τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως φοράει τήν στρατιωτική στολή τοῦ συζύγου της· ἡ ὁσ. Πελαγία τοῦ Ντιβίγιεβο φοράει πολύχρωμα φουστάνια καί παρδαλά μαντήλια). Ἔτσι, προκαλοῦν τόν κοινωνικό τους περίγυρο, ὁ ὁποῖος σπέυδει νά τούς χαρακτηρίσει σαλούς καί δαιμονισμένους. Καί ἔτσι ἀρχίζει τό μαρτύριο καί ἡ μαρτυρία.
Τά παιδιά θά τοῦ πετάξουν λάσπες, ἀλλά ὁ Σαλός δέν θά σκουπισθεῖ. Λέγει μέ τόν τρόπο του, «Χριστιανέ, τίς «λάσπες» μέ τίς ὁποίες θεληματικά λέρωσες τήν ψυχή σου, τίς σκέφτηκες ποτέ;» Οἱ ἀλῆτες θά τόν πειράξουν, θά τόν κτυπήσουν, θά τόν φτύσουν, ἀλλά ὁ Σαλός δέν θά ὑπερασπισθεῖ τόν ἐαυτό του. Θά ψάλλει μέ τό σῶμα του καί ὄχι μέ τό στόμα του τό γνωστό ΙΕ' Ἀντίφωνο τῆς Ἀκολουθίας τῶν Παθῶν: «Σήμερον…ράπισμα κατεδέξατο, ὁ ἐν Ἰορδάνῃ ἐλευθερώσας τόν Ἀδάμ…". Πιό ἁπλᾶ, θά μαρτυρεῖ μέ τό μαρτύριό του, ὅτι ὁ Υἱός τῆς Παρθένου, ὁ Μόνος Ἀναμάρτητος, πάντα ὑποφέρει «ὡς πρόβατον».
Ὁ Σαλός συνήθως δέν ἀρκεῖται στόν ἐμπαιγμό τοῦ κόσμου, ἀλλά προχωρεῖ ἤ φαίνεται νά προχωρεῖ καί στόν ἐμπαιγμό τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων. Ὁ μακάριος Βασίλειος τῆς Μόσχας ἔριχνε πέτρες στούς τοίχους τῶν Ναῶν καί ἔκλαιγε στά σκαλιά τῶν κακοφήμων σπιτιῶν. Αὐτή ἡ ἀντίφαση σκανδάλιζε. Ἀργότερα θά ἀποκαλυφθεῖ, ὅτι ὁ Ὅσιος ἔριχνε πέτρες στούς δαίμονες πού ἡ προσευχή τῶν πιστῶν εἶχε ἐκδιώξει ἀπό τούς Ναούς, καί ἔκλαιγε στά σκαλιά τῶν πορνείων μαζί μέ τούς Ἀγγέλους τῶν ἁμαρτανώντων! Ὁ ὅσ. Συμεών τῆς Ἔμεσσας ἔριχνε καρύδια στά καντήλια τῶν ἐκκλησιῶν καί στά κεφάλια τῶν ἐκκλησιαζομένων γυναικῶν. Γιατί κτυπᾶ τα καντήλια; Μήπως ἐπειδή τό λάδι περιέχουν προέρχεται ἀπό ἀδικία; Μήπως τό λάδι σάν προσφορά πρός τόν Θεό, δέν συνοδεύθηκε ἀπό ἀγάπη καί ἔλεος πρός τόν ἄνθρωπο (κατά τό «ἔλεον θέλω καί οὐ θυσίαν»); Ἤ μήπως ἐπειδή αὐτός πού τό πρόσφερε νόμισε ὅτι ἔτσι ἡμέμησε τήν συνείδησή του; Διότι ἕνας ἄλλος Σαλός, ὁ ὅσ. Μάξιμος τῆς Μόσχας, συνήθιζε νά λέει: «Τό ἰδιωτικό σου ἐκκλησάκι εἶναι πράγματι δικό σου, ἡ συνείδησή σου ὅμως εἶναι γιά πούλημα»!
ὅσ. Ἀνδρέας φαίνεται νά μιλᾶ στόν… τοῖχο. «Οἱ διαβάτης πού ἔτυχε νά περνοῦν ἀπό ἐκεῖ,…ἔλεγαν μεταξύ τους: «Κοιτάξτε τόν παράλυτο τί κάνει! Πῶς μιλάει ἀναίσθητα στόν τοῖχο!» Ὁ Ἅγιος ὅμως ἔβλεπε τόν θρῆνο τοῦ φύλακα Ἀγγέλου, κατά τήν κηδεία ἑνός ἁμαρτωλοῦ. Καί ὄχι μόνον ἔβλεπε, ἀλλά καί συμβούλευε τόν Ἄγγελο: «Σέ παρακαλῶ, Πυρίμορφε, ἄφησε τά δάκρυα καί τό πένθος. Αὐτός τελείωσε τήν ζωή του ὅπως τοῦ ἄξιζε. Ἐσύ ὅμως ἀπό ἐδῶ καί πέρα θά ἀπολαμβάνεις μέ τήν χάρι τοῦ Παντοκράτορος Θεοῦ τά ἀγαθά τῆς Βασιλείας Του» Ἅγιος Ἀνδρέας» σελ. 95).
Μέσα ἀπό αὐτό τόν δρόμο τῆς ἐσχάτης ταπεινώσεως, τοῦ ἐξευτελισμοῦ καί τῶν θεληματικῶν κακουχιῶν ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος «κήδεται σώματος κακοπαθοῦντος δι' Αὐτόν — κατά τόν Ἀββᾶ Ἰσαάκ τόν Σῦρο — ὥσπερ πατήρ κήδεται τέκνου, πλησίον ἐστί τοῦ σώματος αὐτοῦ διά παντός». Ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος, κατά τόν ἅγ. Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη, «τό παρά φύσιν διέφυγε καί τό κατά φύσιν διέσωσαι, τῶν ὑπέρ φύσιν ἠξίωται χαρισμάτων». Ὁ Κύριος ὁ Ὁποῖος εἶπε, «ὁ ἀγαπῶν με ἀγαπηθήσεται ὑπό τοῦ Πατρός μου καί ἐγώ ἀγαπήσω αὐτόν», ἔρχεται στόν δοῦλο Του καί «μονήν παρ' αὐτῷ» ποιεῖ (Ἰω. 14, 21 — 23). Καί ὁ Ἅγιος «ἄνθρωπος τῇ φύσει ὑπάρχων — κατά τόν Ἱερό Ὑμνογράφο — ὑπέρ ἄνθρωπον χρηματίζει τοῖς ἔργοις».
Ὁ ὁδός τῆς ἀσκήσεως, δηλαδή, καί ὁ ἀγῶνας τοῦ ἁγιασμοῦ, φέρνουν τόν ἀγωνιστή στήν ποθητή κατάσταση τῆς ἁγιότητας. Καί ἔρχονται πλέον τά χάρίσματα μέ τά ὁποῖα ὁ χαριτωμένος Σαλός θά ὑπηρετήσει τόν ἄνθρωπο καί θά δοξάσει τόν θεό, τόν «θαυμαστό ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ». Ἀκόμη καί τότε ὅμως ὁ ἀγωνιστής δέν σηκώνει τά πέπλα τῆς ἐπίπλαστης μωρίας. «Οὐδέν με ὠφελήσει τά τερπνά τοῦ κόσμου — λέγει μαζί μέ τόν ἅγ. Ἰγνάτιο τόν Θεοφόρο — ἐκεῖνον ζητῶ τόν ὑπερ ἐμοῦ ἀποθανόντα, ἐκεῖνον θέλω τόν ὑπέρ ἡμῶν ἀναστάντα, ἐπιτρέψατέ μου μιμητήν εἶναι τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου μου».
Τά Ἁγιοπνευματικά χαρίσματα τῶν διά Χριστόν Σαλῶν Ἁγίων, ἐκφράζονται καί αὐτά μέ τρόπο περίεργο, σαλό. Γράφει ὁ I. G. Pryshov γιά τόν διά Χριστόν Σαλό Ἰωάννη τῆς Μόσχας: «Ἡ συνήθεια τοῦ Ἰβάν νά κάνει ὅλες του τίς δουλειές — δηλαδή ὅλα τά γεύματα νά τά παίρνει ξαπλωμένος καί ὅλα, ἀκόμη καί τήν σούπα καί τόν χυλό, νά τά τρώει μέ τά χέρια, σκουπίζοντάς τα ἐπάνω του — ὅλα αὐτά ἔκαναν τό κρεββάτι του μία γκρίζα βρώμικη μάζα, τήν ὁποία μόνο μέ κόπο θά μποροῦσες νά πλησιάσεις.
Ἡ Ἡγεμονίδα Β. πνέει τά λοίσθια. Οἱ γιατροί διστάζουν νά τήν κουράρουν. Ἐκείνη τότε διατάζει τούς ὑπηρετες της νά τήν μεταφέρουν στόν Ἰβάν. Ὑποβασταζόμενη ἀπό δύο ὑπηρέτες, πηγαίνει σ' αὐτόν καί θέλει νά μάθει πῶς εἶναι ἡ ὑγεία της. Ὁ Ἰβάν κρατάει ἐκείνη τήν στιγμή δύο μεγάλα μῆλα στά χέρια του. Χωρίς νά πεῖ λέξη χτυπάει τήν Ἡγεμονίδα μέ τά μῆλα στό στομάχι! Ἐκείνη λιποθυμᾶ καί πέφτει. Μέ κόπο τήν μεταφέρουν σπίτι καί — ὤ τοῦ θαύματος — τήν ἑπομένη εἶναι καλά»! (I. G. Pryshov, «Μελέτες, Ἄρθρα, Ἐπιστολές», Μόσχα 1934).
Οἱ χαριτωμένοι Σαλοί, οἱ «μηδέν ἔχοντες καί τά πάντα κατέχοντες» στόν κόσμο αὐτό, διαθέτουν συνήθως μία καταπληκτική παρρησία. «Συχνά — γράφει ὁ Ἀρσένιεφ — εἶπαν μέ θαρραλέα χτυπητό τρόπο τήν ἀλήθειά τους, στούς μεγάλους «τοῦ κόσμου τούτου», μπροστά στούς ὁποίους ὅλοι ἔτρεμαν» (Νικ. Ἀρσένιεφ αὐτ. σελ. 133). Ὁ διά Χριστόν Σαλός Νικόλαος τοῦ Πσκώφ, ἐπανέλαβε τό παράδειγμα τοῦ δημοσίου ἐλέγχου τοῦ Βασιλέως, ὅπως τό δίδαξε ὁ ἅγ. Ἀμβρόσιος Ἐπίσκοπος Μεδιολάνων μέ τό ἐπιτίμιο τοῦ Μεγάλου Θεοδοσίου.
«Τό Πσκώφ στά 1570 — γράφει ὁ G. P. Fedotovτό ἀπειλοῦσε ἡ ἴδια μοίρα τοῦ Νόβγκοροντ. (Σ. Σ. Ὁ Τσάρος Ἰβάν Δ' ὁ Τρομερός, ὑποψιαζόμενος συνεργασία τῶν κατοίκων μέ τούς Λιθουανούς, εἶχε διατάξει τήν σφαγή τους)! Τότε ὁ Σαλὀς τοῦ Θεοῦ Νικόλαος καί ὁ Διοικητής τῆς πόλεως, ἔδωσαν διαταγή νά στρώσουν στούς δρόμους τραπέζια μέ ψωμί κι ἁλάτι, σάν ἔνδειξη φιλοξενίας, καί νά ὑποδεχθοῦν τόν Τσάρο μέ βαθειά γεμάτη σεβασμό ὑπόκλιση. Ὅταν μετά τήν κοινή εὐχαριστία ὁ Τσάρος τόν πλησίασε γιά νά πάρει τήν εὐλογία του, ὁ Νικόλαος, παρά τό γεγονός ὅτι ἦταν Μεγάλη Σαρακοστή, ἔβαλε μπροστά στόν Τσάρο ὡμό κρέας καί στήν ἄρνηση ἐκείνου νά τό δεχθεῖ λέγοντας, «εἶμαι Χριστιανός καί δέν τρώω κρέας σέ καιρό νηστείας», τοῦ ἀπάντησε: «Πίνεις ὅμως ἀνθρώπινο αἷμα»! (G. P. Fedotov, «Οἱ Ἅγιοι τῆς ἀρχαίας Ρωσίας», 1931).
Ἡ περίεργη συμπεριφορά τῶν διά Χριστόν Σαλῶν συνοδεύει κυρίως τίς προφητείες τους. «Κάποτε — ἀναφέρει ὁ Βίος τοῦ ἁγ. Συμεών τῆς Ἔμεσσας — πού ἦταν νά γίνει μεγάλος σεισμός στήν πόλη, τήν ἐποχή πού καταστράφηκε ἡ Ἀντιόχεια, στά χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Μαυρικίου, ὁ Ὅσιος ἄρπαξε ἕνα λουρί ἀπό τό σχολεῖο καί ἄρχισε νά κτυπάει τούς στύλους καί νά λέει στόν καθένα: «Εἶπε ὁ Κύριός σου νά σταθεῖς»! Κι ὅταν ἔγινε σεισμός, κανείς ἀπό ὅσους στύλους κτύπησε σέ ἔπεσε! Σέ κάποιο στύλο ὅμως εἶχε πεῖ: 'Ἐσύ οὔτε νά πέσεις, οὔτε νά σταθεῖς»! Αὐτός σχίσθηκε ἀπό πάνω μέχρι κάτω, ἔγειρε λίγο καί ἔμεινε ἔτσι». (Λεοντίου ἐπ. Νεαπόλεως, «Ὁ ἅγ. Συμεών ὁ διά Χριστόν Σαλός»· Migne P. G. 93, 1670 — 1748).
Ὁ ἴδιος Ἅγιος ἔσπασε κάποτε μία στάμνα μέ κρασί, σέ κάποια ταβέρνα καί ὁ ταβερνιάρης τόν ἔδιωξε μέ κτυπήματα, ὅταν ὅμως μπῆκε στό κατάστημά του εἶδε κατάπληκτος στόν πάτο τοῦ δοχείου ἕνα ψόφιο φίδι! Ὁ Σαλός τοῦ Θεοῦ εἶχε δεῖ ἀοράτως τήν λέξη «θάνατος»!
Αἰῶνες ἀργότερα ἡ ὁσ. Ξένη ἐμφανίσθηκε μία ἡμέρα σέ κάποια ἀγορά τῆς Πετρουπόλεως, ὅπου ἔμποροι πωλοῦσαν ἕνα ἐκλεκτό μέλι καί ἄρχισε νά φωνάζει νά μήν τό ἀγοράζουν διότι «βρωμάει ψοφήμι»! Ἐπειδή ὅμως δέν τήν πίστευαν, ἡ μακαρία ἀναποδογύρισε τό δοχεῖο καί ὅλοι ἔντρομοι εδαν ἕναν ψόφιο ἀρουραῖο μέσα σ' αὐτό!
Τό προφητικό χάρισμα τῶν διά Χριστόν Σαλῶν Ἁγίων, μετέφερε σέ πολλές περιπτώσεις στόν κόσμο μηνύματα μεγάλης σημασίας γιά τό μέλλον χωρῶν ἤ σημαντικῶν προσώπων. Στήν μακαρία Παρασκευή τοῦ Ντιβίγιεβο ἀνέθεσε ὁ ὅσ. Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ νά μεταφέρει στόν Τσάρο Νικόλαο Β' τήν προφητεία του γιά τόν ἴδιο, τήν οἰκογένειά του καί τήν χώρα του.
«Ἡ Πάσσα — γράφει ἡ Εἰρ. Γκοραϊνωφ — εἶχε τήν συνήθεια νά προσφέρει τσάἱ στούς ἐπισκέπτες της. «Παρηγοροῦσε» αὐτούς πού μία δυστυχία τούς περίμενε, βάζοντας πολλή ζάραχη στό τσάϊ τους! Ἔβαλε τόση ζάχαρη στό φλυτζάνι τοῦ Αὐτοκράτορα, πού τό τσάϊ ξεχείλισε! Ὁ Ἄρχοντας ζήτησε νά μείνει μόνος μαζί της. Ὅταν βγῆκε ἀπό τό κελλί της, ἡ συνοδεία του ἔμεινε κατάπληκτη ἀπό τά ἀλλοιωμένα χαρακτηριστικά του καί τήν ὠχρότητα τοῦ προσώπου του»! (Εἰρ. Γκοραϊνωφ, «Ὁ ἅγ. Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ», σελ. 244).
Ἕνα ἐξαίσιο ὅραμα τοῦ ἁγ. Ἀνδρέα τῆς ΚΠόλεως, μία προσωπική ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στόν ἐκλεκτό δοῦλο Του καί στόν μαθητή του Ἐπιφάνιο (ἔπειτα Πατριάρχη ΚΠόλεως), ἡ ὅρασις τῆς Ἁγίας Σκέπης τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, συγκίνησε τόσο βαθειά τό ἐκκλησιαστικό πλήρωμα, ὥστε σύντομα ἡ θεία αὐτή ὁπτασία νά τιμηθῖ μέ ἰδιαίτερη ἐορτή καί νά λάβει λαμπρή θέση στόν ἑορτολογικό κύκλο τῆς Ὀρθοδοξίας (1η Ὀκτωβρίου).
Χαρακτηριστικές λεπτομέρειες τῶν Βίων τῶν διά Χριστόν Σαλῶν Ἁγίων θά ἔμεναν ἐρωτηματικά, ἄν ἄλλοι Ἅγιοι ἤ καί οἱ ἴδιοι οἱ Σαλοί δέν εἶχαν τήν πραγματική διάσταση τῶν ὁρωμένων, τήν πνευματική τους ἐξήγηση καί ἀναγωγή. Ἕνα ἀπό τά κύρια χαρακτηριστικά τῶν Σαλῶν τοῦ Θεοῦ, ἡ γυμνότητα — γιά τόν κόσμο ἀδιανόητη, ὄχι τόσο ἀπό τήν πλευρά τῆς ντροπῆς, ὅσο ἀπό τήν πλευρά τῆς σφοδρότητας τῶν καιρικῶν φαινομένων — παίρνει ἀπάντηση καί περιεχόμενο λ.χ. ἀπό τήν ἐξομολόγηση τοῦ ἁγ. Ἀνδρέα τῆς ΚΠόλεως ἤ τήν διδασκαλία περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τοῦ ὁσ. Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ.
ἅγ. Ἀνδρέας τῆς ΚΠόλεως ἀντιμετωπίζει γυμνός ἕναν βαρύτατο χειμῶνα. «Δέν μποροῦσα ἀγαπητέ μου — ἐξομολογεῖται στόν Ἐπιφάνιο — νά ὑποφέρω τό φοβερό κρύο καί τόν ἀέρα, πού κι ἐσύ δοκίμασες, γιατί ἤμουν γυμνός, ξυπόλητος καί ἄστεγος. Κατέφυγα, λοιπόν, στούς φτωχούς, στούς ὁμοίους μου, ἀλλά δέν μέ δέχονταν. Μέ σιχαίνονταν καί μέ ἔδιωχναν μέ τά ραβδιά σάν σκύλο»!
Ὁ Ἅγιος παγώνει. «Καί ξαφνικά — συνεχίζει τήν διήγηση — ἔνοιωσα μία ζεστασιά. Ἄνοίγω τά μάτια καί βλέπω ἕνα νέο πολύ ὡραῖο ν' ἀστράφτει πιό πολύ ἀπό τόν ἥλιο. Στά χέρια του κρατοῦσε ἕνα χρυσό κλαδί… «Ἀνδρέα πού ἤσουν» μέ ρώτησε. «Ἐν σκοτεινοῖς καί σκιᾷ θανάτου» ἀποκρίθηκα. Κι ἐνῶ μιλοῦσα, μέ χτύπησε στό πρόσωπο μέ τό ὁλάνθιστο κλαδί λέγοντάς μου: «Ἄς πάρει δύναμη τό σῶμα σου καί ζωή ἀκατανίκιτη». Ἀμέσως ἡ εὐωδία ἐκείνων τῶν λουλουδιῶν μπῆκε στήν καρδιά μου καί ἀστραπιαῖα μοῦ ἔδωσε ζωή. Ἄκουσα τότε μία φωνή νά λέει: «Πηγαίνετέ τον νά τόν παρηγορήσετε γιά δύο ἑβδομάδες καί πάλι νά ἐπιστρέψει, γιατί θέλω νά ἀγωνισθεῖ ἀκόμη»!.. Ζοῦσα γιά δύο ἐβδομάδες ἐκεῖ πού διέταξε ἡ βουλή τοῦ Θεοῦ, σάν νά κοιμήθηκα εὐχάριστα ὅλην τήν νύκτα καί νά ξύπνησα τό πρωϊ» Ὁ ἅγ. Ἀνδρέας…", σελ. 47 — 48).
«Ἀπό τήν παγωνιά στήν θαλπωρή τοῦ οὐρανοῦ»! Ἔτσι τιτλοφοροῦν οἱ ἐκδότες τοῦ Βίου τοῦ Ἁγίου, τήν ἀρπαγή του στόν Παράδεισο τοῦ Θεοῦ.
«Τί ἄλλο αἰσθάνεσθε (ἐκτός ἀπό τήν χαρά, τήν γλυκύτητα καί τήν εἰρήνη), φίλε τοῦ Θεοῦ;» ρωτᾶ ὁ ὅσ. Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ τόν μαθητή του Νικόλαο Μοτοβίλωφ, κατά τήν διάρκεια τῆς συγκλονιστικῆς τους συζητήσεως περί τοῦ σκοποῦ τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς, μέσα στό χιονισμένο δάσος τοῦ Σάρωφ.
«Μία ἐξαιρετική θερμότητα», ἀπαντᾶ ὁ νέος.
«Θερμότητα — ἐρωτᾶ ὁ Στάρετς — Πῶς γίνεται; Μήπως δέν εἴμαστε χειμῶνα καιρό μέσα στό δάσος; Τό χιόνι κάτω ἀπό τά πόδια μας εἶναι πολύ καλί συνεχίζει νά πέφτει. Γιά τί εἴδους θερμότητα πρόκειται;"
«Εἶναι μία θερμότητα παρόμοια μ' αὐτή πού αἰσθάνεται κανείς στό ἀτμόλουτρο», ἀπαντᾶ ὁ Μοτοβίλωφ. Κι ὁ μακάριος ἐρημίτης δίνει τήν ἀπάντηση:
«Εἴπατε λίγο πρίν πς κάνει ζέστη, ὅπως μέσα στό λουτρό, κι ὅμως τό χιόνι πού καλύπτει τά πάντα δέν λυώνει· ἄρα ἡ θερμότης δέν βρίσκεται γύρω στόν ἀέρα, ἀλλά μέσα σέ μᾶς τούς ἴδιους! Παρακαλοῦμε στήν προσευχή μας νά μᾶς θερμάνει τό Πνεῦμα. Αὐτή ἡ ἴδια ζέστη ἔκανε τούς ἐρημῖτες νά μήν φοβοῦνται τόν χειμῶνα, τυλιγμένοι καθώς ἦταν, σάν μέσα σέ γούνινο παλτό, στήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Εἰρ. Γκοραϊνωφ, «Ὁ ἅγ. Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ», σελ. 196).
Ἄξια θαυμασμοῦ εἶναι καί τά «ἔσχατα» καί τά «μετά θάνατον» τῶν διά Χριστόν Σαλῶν Ἁγίων. Ὁ Κύριος ἀναπαύει τούς δούλους Του καί τιμᾶ τά τίμια Λειψανά τους. Καταπληκτικά θαύματα, οὐράνια εὐωδία καί ὑπερκόσμιο φῶς, συνοδεύουν συνήθως τήν ἐκδημία τῶν «ἱερῶν ἀκροβατῶν». Τό Λείψανο τοῦ διά Χριστόν Σαλοῦ Μαξίμου τῆς Μόσχας ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορο. «Ἐν δέρματι» καί εὐωδιαστό βρέθηκε ἐπίσης καί τό Λείψανο τοῦ ὁσ. Σάββα — «Εὐδοκίμου» τοῦ Βατοπεδινοῦ. Τό Λείψανο τοῦ διά Χριστόν Σαλοῦ Ἰακώβου τοῦ Μποροβίτσι, μεταφέρονταν πάνω σέ ἕνα τεράστιο κομμάτι πάγου, τό ὁποῖο ἔπλεε ἀντίθετα ἀπό τήν φορά τοῦ ποταμοῦ Μστά! καί ἡ καταγραφή τῶν θαυμάτων του σταμάτησε ἀφοῦ εἶχαν συμπληρωθεῖ 88 ἑβδομηντάδες, δηλαδή 6. 160 περιπτώσεις!!! Ὁ τάφος τῆς μακαρίας Ξένης στό Κοιμητήριο τοῦ Σμολένσκ, εἶναι μέχρι σήμερα πηγή θαυμάτων καί θεραπειῶν.
Σπανίως στίς ἁγιολογικές πηγές ἀναφέρονται μεταθέσεις ἁγίων Λειψάνων. Οἱ Ἅγιοι Ἀνδρέας καί Συμεών ἀνήκουν στίς περιπτώσεις αὐτές.        Κενό τάφο βρῆκε ὁ Διάκονος Ἰωάννης, βιογράφος τοῦ ἁγ. Συμεών τῆς Ἔμεσσας, ὅταν ἀναζήτησε τό Λείψανο τοῦ φίλου καί συνασκητοῦ του γιά νά τό τιμήσει! Στόν Βίο τοῦ ἁγ. Ἀνδρέα τῆς ΚΠόλεως ὑπάρχει ἐξαίρετη περιγραφή παρομοίου γεγονότος:
«Ξάπλωσε ὁ Ἅγιος στήν γῆ καί βλέποντας μέ χαρούμενο πρόσωπο τούς Ἁγγέλους καί ὅλους τούς Ἁγίους πού σάν φίλοι εἶχαν ἔρθει κοντά του, παρέδωσε τό πνεῦμα. Ἀμέσως στόν τόπο ἐκεῖνο ἁπλώθηκε εὐωδία μύρων καί θυμιαμάτων»!
Ποιός ἦταν αὐτός ὁ τόπος; Ὁ Ἱππόδρομος, οἱ στοές μέ τήν βαρειά ἀτμόσφαιρα πού ἔκαναν τόν περίπατό τους οἱ κοινές γυναῖκες!
«Ἐν τῷ μεταξύ — συνεχίζει ὁ Βίος — μία φτωχή γυναῖκα πού ἔμενε σέ κάποια καλύβα ἐκεῖ κοντά, ὠσφράνθηκε τήν ἀσύλληπτη καί μεθυστική εὐωδία. Σηκώθηκε λοιπόν βιαστκά, ἄναψε φῶς καί ἀκολουθῶντας τήν εὐωδία ἔφτασε στόν τόπο πού βρισκόταν ὁ Ὅσιος, ἤδη κεκοιμημένος. Ἡ θεϊκή εὐωδία ἀναδιδόταν ἐδῶ ἐντονώτερη καί το μῦρο ἔτρεχε σάν ποτάμι ἀπό τό Λείψανό του, κατά τρόπο θαυμαστό! Ἔτρεξε, λοιπόν, καί ἀνήγγιλε σέ μερικούς τό θαῦμα, ἐπικαλουμένη μέ ὄρκο γιά μάρτυρα τόν Θεό.
Ἔτρεξαν πολλοί, ἀλλά καθώς πλησίασαν ἐκεῖ, δέν εἶδαν κανέναν. Δοκίμασαν ὅμως κατάπληξη ἀπό τήν εὐωδία τοῦ μύρου καί τῶν θυμιαμάτων κι ἀπό τό φῶς πού φάνηκε στό σημεῖο ἐκεῖνο. Τό Λείψανο τοῦ Δικαίου δέν κατάφεραν νά τό βροῦν. Το μετέθεσε ὁ Κύριος, ὁ Ὁποῖος ἔβλεπε τά κρυφά του κατορθώματα, γιά λόγους πού Ἐκεῖνος γνωρίζει» («Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας", σελ. 241).

Ἡ ἐπιφυλακτική θέσις τῆς Ἐκκλησίας
«Ὁ Σαλός — γράφει ὁ ἐπ. Κάλλιστος — εἶναι διφορούμενος, αἰνιγματικός, ἕνα παντοτινό ἐρωτηματικό. Ὅταν ἀσχολεῖται κανείς μέ τήν κλήση τῆς διά Χριστόν Σαλότητας, εἶναι ἰδιαίτερα δύσκολο νά διακρίνει τό γνήσιο ἀπό τό κίβδηλο, τήν ἱερή ἀθωότητα ἀπό τό ἀνίερο δόλο, τόν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν παρία, τόν χίππυ ἤ τόν παράξενο. Πῶς θά δοκιμάσουμε λοιπόν τά πεύματα; Τό ὅριο ἀνάμεσα στήν περιθωριοποίηση καί στήν ἁγιότητα εἶναι δυσδιάκριτο» (ἐπ. Καλλίστου αὐτ., σελ. 103).
Ἡ Ἐκκλησία υἱοθέτησε πολύ νωρίς ἐπιφυλακτική στάση ἀπέναντι στήν ἐπίπλαστη μωρία. Ἡ στάση αὐτή ἐκφράζεται κυρίως ἀπό τόν Ξ' Κανόνα τῆς ἐν Τρούλλῳ Συνόδου. Ὅμως εἶναι φανερό, ὅτι «ἡ ἀνάγκη ἑνός κανόνα πού θέλει νά περιορίσει τό φαινόμενο αὐτό, στά τέλη τοῦ 7ου αἰ., φανερώνει τήν ἔξαρση τῆς Σαλότητας καί τόν προβληματισμό τῆς Ἐκκλησίας νά διακρίνει τούς πραγματικούς Σαλούς ἀπό τούς ὑποκρινομένους» (Παν. Μαρτίνη αὐτ., σελ. 23 — 24). Χαρακτηριστική ἐπιβεβαίωση τοῦ προηγουμένου εἶναι ὁ ἅγ. Φιλόθεος ὁ Κόκκινος, Πατριάρχης ΚΠόλεως, ὁ ὁποῖος ἐνῶ κατέγραφε τούς Βίους τῶν διά Χριστόν Σαλῶν Σάββα τοῦ Βατοπεδινοῦ καί Νικοδήμου τοῦ Νέου, εἶχε ἐπιφυλάξεις καί δεχόταν «ἕνα Σαλό που καί δεύτερον μόλις» Βίος ἁγ. Σάββα…", σελ. 23).
«Γιά ποιό λόγο — γράφει ὁ Καθηγητής Δημ. Τσάμης — ἐπιμένει ὁ Φιλόθεος τόσο πολύ στό θέμα αὐτό καί ἐπισημαίνει τούς κινδύνους πού δυνεπάγεται ἡ διά Χριστόν μωρία καί γιατί τόσο ἐμφαντικά θέλει νά περιφρουρήσει τούς πιστούς ἀπό ἕνα τέτοιο ἐνδεχόμενο; Μήπως στήν ἐποχή του εἶχε σημειωθεῖ κάποια ἀνησυχητική ἐξάπλωση τοῦ φαινομένου αὐτοῦ; Ἡ ἀνασφάλεια ἐξάλλου καί τό ἄγχος — πού ἦταν ἀναπόφευκτες ἐμπειρίες γιά τούς ὑπηκόους μιᾶς Αὐτοκρατορίας πού κατέρρεε καί πού ἐπιτείνονταν ἀπί τίς κοινωνικές, ἐκκλησιαστικές καί πολιτικές ἀναστατώσεις — ἐνθάρρυνε ἄραγε μερικούς καιροσκόπους νά παριστάνουν τούς σαλούς; (Δημ. Τσάμη, «Ἁγιολογία», 1995, σελ. 152).
Ἀπό τήν μελέτη τῶν κειμένων γίνεται σαφές, ὅτι ὁ ἅγ. Φιλόθεος ἀναφέρεται σέ ἐκείνους πού «δέν ὑποδύονται τόν τρελλό, ἀλλά εἶναι τρελλοί» καί ἔτσι «ἀντί νά κοροϊδεύουν τόν κόσμο καί τούς δαίμονες, ἀφήνουν τόν κόσμο καί τούς δαίμονες νά τούς περιπαίζουν» (L. Ryden, αὐτ. σελ. 111).
Στήν τοπική Σύνοδο τῆς Μόσχας τοῦ 1542, ὁ νεαρός τότε Τσάρος Ἰβάν Δ' ὁ Τρομερός, περιέγραψε ἐνοχλημένος τήν κατάσταση πού ἐπικρατοῦσε στήν Μόσχα: «Ψευδοπροφῆτες, ἄνδρες, γυναῖκες, κοπέλλες καί ἡλικιωμένες, περιφέρονται ἀπό τό ἕνα χωριό στό ἄλλο γυμνοί, χωρίς παπούτσια καί μέ θυσανωτά μαλλιά· τρέμουν καί δέρνονται· φωνάζουν ὅτι ἡ ἁγ. Ἀναστασία καί ἡ ἁγ. Αἰκατερίνη τούς μιλοῦν» (Εἰρ. Γκοραϊνωφ αὐτ., σελ. 1993· καί G. Spidlic, «The Fools for Christ», σελ. 758).
Ἕναν αἰῶνα περίπου ἀργότερα, τό 1636, ὁ Πατριάρχης Μόσχας Ἰωάσαφ Α, θά διατάξει τήν σύλληψη τῶν ψευδοσαλῶν καί τόν 18ο αἰ. θά ἀρχίσει συστηματικός διωγμός τῶν ἀπατεώνων καί λαοπλάνων πού προσπαθοῦσαν νά ἐκμεταλλευτοῦν τόν σεβασμό τοῦ λαοῦ στούς πραγματικούς διά Χριστόν Σαλούς. Ἡ προσωπική στάση πάνω στό θέμα τοῦ Αὐτοκράτορα Πέτρου Α' τοῦ Μεγάλου, εἶναι ἐνδεικτική. Ἐνῶ ὑπέγραφε τά διωκτικά διατάγματα κατά τῶν ψευδοσαλῶν, εἶχε τόν «δικό» του Σαλό (τόν μακάριο Θαδδαῖο) καί στίς ἡμέρες του ἔζησε ἡ ὁσ. Ξένη τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως.
Τήν γενική ἐπιφυλακτικότητα καί ἐκείνη τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας ἀπέναντι στίς περιπτώσεις σαλότητας, ἐπέβαλε καί ἡ δραστηριότητα τῶν αἱρετικῶν «Χλύστις» καί «Σκοπτζύς» («Εὐνούχων»), ἑνός κράματος ἀρχαίων γνωστικῶν διδασκαλιῶν καί εἰδολωλατρικῶν, προ Χριστιανικῶν — γιά τήν Ρωσία — στοιχείων. Οἱ λατρευτικές ἐκδηλώσεις τῶν αἱρετικῶν αὐτῶν ὁμάδων, ἦσαν παρόμοιες μέ τά Διονυσιακά ὄργια τῶν ἀρχαίων καί τούς χορούς τῶν δερβίσιδων τοῦ Ἰσλάμ. Ἄρχιζαν μέ ἕνα κυκλικό χορό, ὁ ὁποῖος «σιγάσιγά φτερώνει, ἐπιταχύνεται, γίνεται περιδονούμενος σάν στρόβιλος ἠχητικός, ἀλαφιασμένος· τρέχουν, σταματοῦν, χτυποῦν τά χέρια… οὐρλιάζουν» (Ν. Ἀρσένιεφ αὐτ. σελ. 80). Μέ τόν τρόπο αὐτό οἱ συμμετέχοντες νομίζουν ὅτι προσεύχονται, «αἰσθάνονται» μάλιστα καί τήν… κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖο ὑποδέχονται μέ τίς ἰαχές «νακάτιλ», δηλαδή «κατέβηκε»!
Ἀκόμη, ἀρκετά διαδεδομένα ἦσαν καί τά φαινόμενα ἀτμικῆς ἤ ὁμαδικῆς ὑστερίας, ἡ ὁποία «ἐκδηλώνονταν στίς γυναῖκες τοῦ ἁπλοϊκοῦ λαοῦ, τίς «κλικούσι» («στριγκλιάρες»), οἱ ὁποῖες στίς πιό ἱεροπρεπεῖς στιγμές τῆς θρησκευτικῆς λειτουργίας, ἔφταναν νά ὁλολύζουν, νά οὐρλιάζουν, νά ξεφωνίζουν» (Νικ. Ἀρσένιεφ αὐτ. σελ. 81· καί Ψυχοπαθολόγου J. Kransky, «Klikoushi», 1900).
Μέσα σέ ἕνα τέτοιο ἀρνητικό περιβάλλον, ὑπῆρξαν περιπτώσεις πού ἡ διοίκησις τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας ἀπέρριψε διά Χριστόν Σαλούς Ἁγίους, τό ἐκκλησιαστικό πλήρωμα ὅμως, στό ὁποῖο ἀνῆκει ἡ διαπίστωσις τῆς ἁγιότητος τῶν Ἁγίων τοῦ Θεοῦ, ἀποδέχθηκε στίς συγκεκριμένες ἐκείνες περιπτώσεις τήν ἁγιότητα τῶν «ἀδικουμένων» Ἁγίων καί τελικῶς καί ἡ διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας ἀποδέχθηκε καί διακήρυξε τήν ἁγιότητα τῶν ἱερῶν ἐκείνων προσώπων, τήν ὁποία τό πλήρωμα εἶχε διαπιστώσει, ἀποδεχθεῖ καί μαρτυροῦσε (λ.χ. ἡ περίπτωσις τοῦ ὁσ. Προκοπίου τοῦ Οὔστιουγκ).

Οἱ διά Χριστόν Σαλοί Ἅγιοι τοῦ Ἁγιολογίου
Στήν Ἑλληνική ἔκδοση τῆς μελέτης μας (1991), εἴχαμε ἀναφέρει 39 διά Χριστόν Σαλούς Ἁγίους (τόν κατάλογο ἐκεῖνο δημοσίευσαν καί οἱ Ἐκδόσεις ΤΗΝΟΣ στήν εἰσαγωγή τοῦ ἔργου τῆς Εἰρήνης Γκοραϊνωφ, «Οἱ διά Χριστόν Σαλοί»). Ἀπό αὐτούς 5 προέρχονται ἀπό τό λεγόμενο Βυζαντινό Ἑορτολόγιο (δηλαδή τό Ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας τῆς ΚΠόλεως· οἱ δύο βασικοί Ἁγιολόγοι ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καί Μητροπ. πρ. Λεοντοπόλεως Σοφρώνιος Εὐστρατιάδης, μνημονεύουν τούς ἁγίους Ἀνδρέα τῆς ΚΠόλεως, Συμεών τῆς Συρίας, Θεόδωρο, Παῦλο τῆς Κορίνθου καί Ἰσιδώρα τῆς Ταβέννης) καί οἱ ὑπόλοιποι 34 ἀπό τό Ἁγιολόγιο τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ ἐπανεξέταση τοῦ θέματος γιά τήν Ἀγγλική του ἔκδοση (1992), αὔξησε τούς διά Χριστόν Σαλούς Ἁγίους κατά 4, προερχομένους ἀπό τό Ρωσικό Ἁγιολόγιο. Πάντως, οἱ ἐκεῖ ἀναφερόμενοι συνολικά 43 διά Χριστόν Σαλοί Ἅγιοι, δέν εἶναι οἱ μόνοι στήν συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας. Μία προσεκτική μελέτη ἁγιολογικῶν κειμένων ὁδηγεῖ στά ἐξῆς συμπεράσματα:
1. Κάποιοι Ἅγιοι, ἐνῶ ἦσαν διά Χριστόν Σαλοί, τιμῶνται χωρίς νά ἀναφέρεται αὐτή ἡ ἰδιότητά τους. Παράδειγμα χαρακτηριστικό ἀποτελεῖ ὁ ὅσ. Εὐφρόσυνος ὁ Μάγειρος, ὁ ὁποῖος «ἀνήκει ὁπωσδήποτε στούς Σαλούς Ἁγίους καί ἄν λόγῳ τοῦ διακονήματός του δέν ἔφερε τόν χαρακτηρισμό τοῦ Μαγείρου, θά ἔφερε ὁπωσδήποτε τόν χαρακτηρισμό τοῦ Σαλοῦ» (Π. Μαρτίνη αὐτ. σελ. 128). Παρόμοιο παράδειγμα ἀποτελεῖ ἀσφαλῶς ὁ ὅσ. Σεραπίων ὁ Σινδονίτης («Λαυσαϊκή Ἱστορία», ἔκδοσις Μονῆς Σταυρονικήτα, σελ. 169 — 170).
2. Ὑπάρχουν περιπτώσεις διά Χριστῶν Σαλῶν Ἁγίων οἱ ὁποῖοι, ἐνῶ ἀρχικά τιμήθηκαν σέ τοπικό ἐπίπεδο, στήν συνέχεια καί γιά λόγους πού δέν εἶναι γνωστοί, δέν συμπεριλήφθηκαν στό Βυζαντινό Ἑορτολόγιο. Τέτοιες περιπτώσεις ἀναφέρουμε στήν συνέχεια δύο:
Ἡ πρώτη ἀφορᾶ τόν ὅσ. Θωμᾶ τῆς Ἀντιοχείας, τοῦ ὁποίου «τήν ἐτήσιον μνήμην παῖδες Ἀντιοχέων ἦγον, μεγαλοπρεπῶς ἑορτάζοντες» (βλ. σχετικά Νικηφόρου Καλλίστου, « Ἐκκλησιαστική Ἱστορία» βιβλίο 17ο, P. G. 147). Ὁ ὅσ. Θωμᾶς, «ὁ τόν ἔξηχον (σαλόν) μετιών βίον ἐν τῇ κοίλῃ Συρίᾳ», δέν συμπεριλήφθηκε στό Βυζαντινό Ἑορτολόγιο, ὅμως ἡ ἀκτινοβολία του πρέπει νά ἦταν μεγάλη, ἀφοῦ περιλαμβάνεται στό Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο καί τιμᾶται τήν 18η Νοεμβρίου. Γιά τόν λόγο αὐτό περιλαμβάνεται στήν παροῦσα ἐργασία.
Ἡ δεύτερη περίπτωση ἀναφέρεται στόν Βίο τοῦ Ἀββᾶ Δανιήλ τοῦ Σκητιώτη (Σιναϊτικός Κώδικας 448, φ. 276 β) καί ἀφορᾶ τόν ὅσ. Μάρκο «τόν τοῦ Ἴππου». Τόν Ὅσιο αὐτό θέλησε νά γνωρίσει προσωπικά ὁ Ἀββᾶς Δανιήλ καί ἐνῶ στήν προσπάθειά του αὐτή «ὁ Σαλός κατέπαιζεν τοῦ Γέροντος» καί οἱ συνοδοί τοῦ τελευταίου τόν παρακαλοῦσαν νά μήν τοῦ δίνει σημασία διότι ἦταν σαλός, ὁ Ἀββᾶς ἀπάντησε: «Ὑμεῖς ἐστέ σαλοί· σήμερον γάρ οὐχ εὗρον ἄνθρωπον ἐν τῇ πόλῃ ταύτῃ εἰ μή τοῦτον». Τοῦ ὁσ. Μάρκου τήν εὐλογία ζήτησε ὁ τότε Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Εὐλόγιος (580 — 607), «ρίψας ἑαυτόν εἰς τούς πόδας τοῦ Σαλοῦ», γιά νά τόν τιμήσει δέ διέταξε κατά τήν κηδεία του, «ἄπρακτα γενέσθαι τῇ πόλει».
3. Ἡ περίπτωση τοῦ Ἱερομονάχου τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν, ἁγ. Θεοδοσίου τοῦ Μινβόντι Καυκάσου (+ 1948), φέρνει στό μέσο τούς Ἁγίους ἐκείνους πού χρησιμοποίησαν ἀνάμεσα στούς ἄλλους τρόπους ἀσκήσεως καί τήν ἐπίπλαστη μωρία, χωρίς ὅμως νά συμπεριληφθοῦν στό Ἁγιολόγιο σάν διά Χριστόν Σαλοί. Οἱ Ὅσιοι Σίμων καί Σεραπίων πού μνημονεύει ὁ ἅγ. Ἰωάννης τῆς Κλίμακος στόν «Περί τῆς ἁγιωτάτης Ταπεινώσεως» λόγο του, ὁ ὅσ. Ἰσίδωρος πού μνημονεύει στόν λόγο του «Περί Ὑπακοῆς», οἱ Ὅσιοι Βασίλειος ὁ Νέος, Συμεών ὁ Εὐλαβής, Κύριλλος ὁ Φιλεώτης καί ἡ Μάρτυς Δόμνα (ἡ ὁποία «προσεποιήθη τήν παράφρονα καί ἵνα μή συλληφθῆ, ἐνεδύθη ἀνδρικά ἐνδύματα καί περιφερομένη ἔθαπτε τά τῶν Μαρτύρων Λείψανα»· Σωφρ. Εὐστρατιάδη, «Ἁγιολόγιον…", σελ. 118), περιλαμβάνονται στήν ὁμάδα αὐτή. Σέ νεώτερα ἁγιολογικά κείμενα μνημονεύονται ὁ ὅσ. Θεόδουλος ὁ Κύπριος, ὁ Νεομάρτυς Ἀγγελῆς ὁ Χίος καί ὁ ὅσ. Παναγῆς — Παϊσιος Μπασιᾶς.
δίκαιος Μᾶρκος τοῦ Σάρωφ (+ 4η Νοεμβρίου 1817), «ἀνέλαβε κατά καιρούς τόν μεγάλο ἀσκητικό ἀγῶνα τοῦ διά Χριστόν Σαλοῦ. Προικισμένος μέ τό χάρισμα τῆς διορατικότητας καί τῶν ἰαμάτων, ζοῦσε συνέχεια, ὅπως ὁ ἅγ. Σεραφείμ, μέσα στήν καρδιά του τή λαμπρότητα τῆς Ἀνάστασης ἡ ὁποία πολλές φορές τόν κατέκλυζε ἐνῶ περιπλανιόταν μέρα καί νύχτα μέσα στά πυκνά δάση τοῦ Σάρωφ, μή γνωρίζοντας ἄν ἦταν «ἐν σώματι ἤ ἐκτός τοῦ σώματος» («Φιλοκαλία τῶν Ρώσων Νηπτικῶν Β' — Ἀββᾶς Ναζάριος»· μετάφρασις — ἐπιμέλεια Π. Μπότση, 1986, σελ. 11).

Ἡ ἐπίπλαστη μωρία ὡς τρόπος ἀσκήσεως
Ἐκτός τῶν προηγουμένων περιπτώσεων ὑπάρχουν καί ἄλλοι διά Χριστόν Σαλοί, οἱ ὁποῖοι ἐνῶ κατέλειπαν ἁγία μνήμη καί ἔχουν συμμαρτυροῦσα τήν συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας, δέν ἔχουν ἐγγραφεῖ (ἀκόμη) στό Ἁγιολόγιο. Ἀναφέρουμε στήν συνέχεια σχετικά παραδείγματα:
Ὁ Γέρων Ἱερώνυμος τῆς Αἰγίνης (+ 1966), συναντήθηκε στό Ἅγιο Ὄρος στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰ. «μέ ἕναν καλόγηρον ὁ ὁποῖος ἔκαμνεν τόν τρελλόν καί ἔλεγε «θά δείρω τόν Πατριάρχην». Στόν Σαλό αὐτό μοναχό ὁ γ. Ἱερώνυμος διέκρινε ἀρετή καί ἐπικαλούμενος τήν Ἱερωσύνη του τόν ὑποχρέωσε νά τοῦ ἀποκαλυφθεῖ. «Δέν εἶμαι τρελλός — τοῦ ἐξομολογήθηκε — ἀλλά κάμνω τόν τρελλό γιά νά μή με ἐπαινοῦν, νά μέ περιφρονοῦν, νά μέ λοιδωροῦν, μήπως ἀξιωθῶ καί δῶ Θεοῦ πρόσωπον» (Σωτ. Νούση, «Ὁ γ. Ἱερώνυμος τῆς Αἰγίνης», σελ. 242 — 243).
Ἄλλους Ἁγιορεῖτες διά Χριστόν Σαλούς μνημονεύει ὁ Μοναχός Παϊσιος Ἁγιορείτης, στό ἔργο του «Ἁγιορείτες καί Ἁγιορείτικα». Πρόκειται γιά τόν Βουλγαρικῆς καταγωγῆς Ἱερομόναχο Ἄνθιμο (+ 1867· ὁ θαυμαστός του Βίος δημοσιεύθηκε στήν Μόσχα τό 1900, στό ἔργο «Σύγχρονοι Ἀθωνίτες Ἀσκητές»· βλ. ἐπίσης Ἱερομονάχου Ἰωάννου, «Βίοι Ἀθωνιτῶν τοῦ 19ου αἰ.", τ. 1ος, σελ. 79 — 87), τόν Γέροντα Κωνσταντῖνο τόν Καρεώτη καί τόν Γερόντα Γεώργιο τόν Ἀναχωρητή.
Σέ Ἁγιορείτη ἐπίσης διά Χριστόν Σαλό — τόν ἀσκητή Διονύσιο πού ἀγωνίσθηκε στό Κελλί τῶν ἁγ. Ἀποστόλων στήν Κερασία καί κοιμήθηκε τό 1880 — ἀναφέρεται καί ὁ ἀρχιμ. Ἱερώνυμος Κοτσώνης Ἀθωνικόν Γεροντικόν», σελ. 57, 341 καί 412).
Στήν Ρωσία τοῦ 19ου αἰ. ἡ μακαρία Ἑλένη τοῦ Ἀρζαμᾶς (Ντιάρτεφ), ἐξομολογήθηκε στόν Ἀββᾶ Ναζάριου τοῦ Βαλαάμ, τήν ἐπιθυμία της νά μονάσει καί μέ δική του ὑπόδειξη σήκωσε τόν ἐπώδυνο σταυρό τῆς διά Χριστόν σαλότητος τήν ἡμέρα τοῦ γάμου της. Τελικά κοιμήθηκε ὁσιακά τήν ἡμέρα τοῦ Πάσχα, σέ ἕνα κοινόβιο στό Ἀρζαμᾶς, μέ φήμη διορατικῆς Γερόντισσας καί τό κελλί της «μετατράπηκε σέ Παρεκκλήσιο, ὅπου τό ἱερό Ψαλτήρι διαβαζόταν ἀκατάπαυστα μέχρι τήν ἐπικράτηση τοῦ Ἀθεϊσμοῦ» («Φιλοκαλία Ρώσων Νηπτικῶν — τ. 2ος, Ἀββᾶς Ναζάριος», σελ. 23 — 24).
Τήν 10η Ὀκτωβρίου 1974 κοιμήθηκε εἰρηνικά στήν Καλαμάτα ὁ διά Χριστός Σαλός Χαραλάμπης (Παπαδογιάννης). Εἶχε γεννηθεῖ τό 1896 στό Δυρράχι τῆς Ἀρκαδίας καί ἔζησε στήν Μεσσηνία «ξυπόλυτος, ἀχτένιστος, μέ μία λινάτσα ζωσμένος στή μέση του», ζητιανεύοντας «στά σπίτια πού εἶχαν, γιά τά σπίτια πού δέν εἶχαν». Κατά τήν ἡμερολογιακή ἀλλαγή τοῦ 1924, δέν ἀκολούθησε τήν καινοτομία καί ἐνθάρρυνε πολλούς ἄλλους νά μήν τήν ἀκολουθήσουν. Ἐκκλησιάζοταν στήν Μονή Εὐαγγελιστρίας — Σκήτη Παναγουλάκη Καλαμῶν (ὅπου καί ἐνταφιάσθηκε) καί στά ἄλλα μοναστήρια τοῦ Παλαιοῦ Ἑορτολογίου στήν περιοχή.
Ἐλεημένος μέ τό προρατικό χάρισμα, προεῖδε τόν Β' Παγκόσμιο Πόλεμο καί τόν Ἐμφύλιο, ἀλλά καί τόν πόλεμο τοῦ Ἰσραήλ (1967), τό κακό τέλος πολλῶν ἀμετανοήτων ἀνθρώπων, ἀλλά καί εὐχάριστα γεγονότα στήν ζωή ἄλλων. Ἀκόμη μέ τίς προσευχές του καί τήν χρήση Ἁγιασμοῦ, θεράπευσε πολλούς ἀπό διάφορες ἀσθένειες. Χωρίς μόνιμη κατοικία, περνοῦσε τίς νύχτες προσευχόμενος, γυρνῶντας στά ξωκκλήσια μέ ἕνα ἀναμμένο φανάρι γιά νά ἀνάψει τά καντήλια τους, ἐνῶ τήν ἡμέρα ζητιάνευε γιά τούς πτωχούς, πτωχός ὁ ἴδιος. Ἀξιόπιστοι μάρτυρες ὁμολογοῦν, ὅτι σέ πολλές περιπτώσεις δέν πατοῦσε στήν γῆ, ἔμενε στεγνός μέσα στήν βροχή καί διάνυε μεγάλες ἀποστάσεις σέ ἐλάχιστο χρόνο! Χαραλάμπης ὁ διά Χριστόν Σαλός», ἔκδοσις Σκήτης Παναγουλάκη, 1993).
διά Χριστόν Σαλή Ταρσώ τῆς Μονῆς Κερατέας, σημάδεψε μέ τήν παρουσία της μία περίοδο 50 περίπου ἐτῶν. Ἡ κατά κόσμον Ταρασία Ζαγοραίου, γεννήθηκε τό 1910 στήν Ἄνδρο καί ἔτυχε ἀρτίας μορφώσεως. Ἀπό τήν ἡλικία τῶν 14 ἐτῶν παρουσίασε δείγματα τῆς μελλοντικῆς της ἐξελίξεως καί ἄρχισε νά ἐκδηλώνει τό χάρισμα τῆς διοράσεως. Τό 1942 οἱ δικοί της τήν πῆγαν «μέ τό ζόρι» σέ ψυχιάτρους καί ἐκείνοι διέγνωσαν σχιζοφρένεια καί τήν ὑπέβαλαν σέ χειρουργική ἐπέμβαση!
«Γιά τούς ψυχιάτρους — γράφει ὁ Καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Ἰω. Κορναράκης — ἡ Ταρσώ εἶχε κάποια πειστικά εὑρήματα μιᾶς τέτοιας ψυχοπαθολογίας. Ἰσχυρίζετο, ὅτι ἄκουγε φωνές κακοιμημένων, εἶχε τό στοιχεῖο τῆς ἐπίμονης καί ἄλογης φυγῆς ἀπό τίς κοινωνικές σχέσεις, ζητοῦσε τήν μόνωση. Ἀλλά οἱ ψυχίατροι δέν μποροῦσαν φυσικά νά ἀντιληφθοῦν τίς πνευματικές ἀφετηρίες τῆς, κατ' αὐτούς παράλογης συμπεριφορᾶς».
Ἀσθενής μέ ψυχιατρική βεβαίωση ἡ Ταρσώ, ὁδηγήθηκε τό 1949 ἀπό τήν μητέρα της (ἡ ὁποία οἰκογενειακῶς ἀκολουθοῦσε τό Παλαιό Ἑορτολόγιο) στήν Μονή Παναγίας Κερατέας, μέ τήν ἐλπίδα νά θεραπευθεῖ ἀπό τόν Κτίτορα τῆς Μονῆς Ἐπίσκοπο Ματθαῖο (Ἀρχιεπίσκοπο τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος, + 1950). Κατά μία μαρτυρία ἡ Ταρσώ πράγματι θεραπεύθηκε, ἀλλά ὁ ἐπ. Ματθαῖος τῆς ζήτησε νά ὑποκριθεῖ πλέον τήν σαλή, γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ! Τό βέβαιο εἶναι, ὅτι ἡ Ταρσώ δέν ἔφυγε ποτέ ἀπό τό μοναστήρι, ἀλλά ἔζησε 48 ἀκριβῶς χρόνια στό δάσος γύρω ἀπό αὐτό, σέ πρόχειρες καλύβες πού ἔφτιαχνε μόνης της, ὑποκρινόμενη τήν σαλή, ἐκτεθειμένη στίς καιρικές μεταβολές καί κυρίως στίς προσβολές καί τήν περιφρόνηση τῶν ἀθρώπων, ἀκόμη καί μοναζουσῶν! Μόνον τά δύο τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς της, δέχθηκε λόγῳ ἡλικίας καί κακοπαθείας νά μείνει σέ κελλί καί νά δεχθεῖ κάποιες περιποιήσεις.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 7η Ὀκτωβρίου 1989 καί ἐνταφιάσθηκε στήν μονή. Κατά τήν ἀνακομιδή της τά Λείψανά της εὐωδίασαν! Μέρος τοῦ δέρματός της πού φυλάσσεται στό Παρεκκλήσιο τῆς ὁσ. Ξένης τῆς διά Χριστόν Σαλῆς Μάνδρας Ἀττικῆς, παραμένει ἀδιάφθορο! (Ἰω. Κορναράκη, «Ταρσώ ἡ διά Χριστόν Σαλή», 2003).
Στό τέλος τοῦ ὁ διά Χριστόν Σαλός Λεόντιος γεννήθηκε τό 1912 στό χωριό Πλάτανος τῆς Σάμου, σέ οἰκογένεια Ἱερέως. Ἀπό μικρός εἶχε τόν πόθο τῆς μοναχικῆς ἀφιερώσεως καί γι' αὐτό πῆγε στό Ἅγιο Ὄρος, ἀλλά ἡ κατάσταση πού βρῆκε ἐκεῖ δέν τόν ἀνέπαυσε καί ἔτσι ἐπέστρεψε στήν πατρίδα του, νυμφεύθηκε (πιεζόμενος ἀπό τόν πατέρα του) καί χειροτονήθηκε Ἱερεύς. Μετά τόν θάνατο τῆς συζύγου του προσχώρησε στήν Ἐκκλησία Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος καί ἔγινε δεκτός ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Βρεσθένης Ματθαῖο (+ 1950). Ἐφημέρευσε στήν ἰδιαιτέρα του πατρίδα μέχρι τό 1973, ἐντελῶς ἀφιλοχρήματος (μαρτυρεῖται, ὅτι δέν ἔπιασε ποτέ χρήματα στά χέρια του!), ξυπόλυτος, ρακένδυτος, ἀδιαλείπτως προσευχόμενος, ἐλεημένος μέ τό προφητικό χάρισμα. Ὅταν τό 1973 ὁ νέος Ἐπίσκοπος Γ.Ο.Χ. Πειραιῶς καί Νήσων Νικόλαος (Μεσιακάρης), τοῦ ζήτησε ἀρχιερατικά δικαιώματα, ὁ μακάριος Γέροντας παραιτήθηκε καί ἔζησε ἀσκούμενος μέ μεγαλύτερη αὐστηρότητα, μέ στέγη καί καταφύγιο τά ἐξωκκλήσια τοῦ νησιοῦ καί περιστασιακά οἰκογένειες εὐσεβῶν Χριστιανῶν. Τυφλός πρός τό τέλος τῆς ζωῆς του, κοιμήθηκε ὁσιακά τήν 7η Μαρτίου 1993, Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, προφέροντας ἑπτά φορές τό ὄνομα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ! Ἐνταφιάσθηκε στήν ἰδιαιτέρα του πατρίδα, ἀπό τόν Ἱερέα Δημ. Τσαρκατζόγλου, παρουσίᾳ μεγάλου πλήθους πιστῶν.
Στίς πηγές δέν διευκρινίζεται κάτω ἀπό ποιές συνθήκες προεῖπε στόν Βάδιμο Abramov τήν χειροτονία του σέ Ἐπίσκοπο, ἄν δηλαδή βρέθηκε στόν Καύκασο σωματικῶς ἤ πνευματικῶς (τό πλέον πιθανό). Πράγματι ὁ Βάδιμος χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος στήν Ρωσική Ἐκκλησία τῶν Κατακομβῶν μέ τό ὄομα Βλαδίμηρος.

Ἡ διά Χριστόν Σαλότης στήν Δύση
Ὁ Π. Μαρτίνης παραδέχεται, ὅτι «ὁρισμένες παραλλαγές ἤ καί ὁμοιότητες πού ἐφάρμοσαν στόν τρόπο ἄσκησής τους καί μοναχοί τῆς Χριστιανικῆς Δύσης, μοιάζουν μ' ἐκεῖνον τῆς Σαλότητος, ἀλλά ἀκραιφνεῖς Σαλοί τοῦ τύπου τοῦ Συμεών καί τοῦ Ἀνδρέα δέν ὑπάρχουν» (αὐτ. σελ. 47).         Ὁ Καθηγητής E. Benz γράφει, ὅτι «ἡ Δύση εἶναι λιγότερο κατάλληλη γιά νά ἀναπτυχθεῖ αὐτός ὁ τόσο ἀκραῖος τύπος Ἁγίου. Ὑπάρχουν βέβαια ὁρισμένα χαρακτηριστικά τῶν Σαλῶν στούς Φραγκισκανούς καί κυρίως στόν ἱδρυτή τους «Poverello» καί στόν Jacopone da Todi» (αὐτ. σελ. 48). Παρόμοιες εἶναι οἱ θέσεις τοῦ π. Στεφάνου Hilpish Ἡ μωρία χάριν τοῦ Χριστοῦ») καί ὁ Καθηγητής π. Τ. Spidlic I Pazzi per Christo»).
Μία μορφή διά Χριστόν Σαλότητος στήν Δύση εἶναι ἐκείνη τοῦ ὁσ. Ἀλεξίου, τοῦ Ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ (ἀντίστοιχα στήν Ἀνατολή ἀσκήθηκε μέ τόν ἴδιο τρόπο ὁ ὅσ. Ἰωάννης ὁ Καλυβίτης). Ὁ πλούσιος καί ἀριστοκράτης νέος ἐγκαταλείπει τήν πατρίδα του τήν ἡμέρα τοῦ γάμου του, ζῆ σάν ζητιάνος κάπου πολύ μακριά καί τελικά ἐπιστρέφει στό πατρικό του ἀγνώριστος καί ζῆ σάν ζητιάνος στήν αὐλή τοῦ πατέρα του! Αὐτό γιά τόν κόσμο εἶναι ἀνοησία, ἀλλά γιά τήν Ἐκκλησία μία μορφή διά Χριστόν Σαλότητος, γιά τοῦτο καί οἱ δύο Ἅγιοι τιμῶνται ἰδιαίτερα, τόσο στήν Δύση, ὅσο καί στήν Ἀνατολή (ἡ τιμία Κάρα τοῦ ὁσ. Ἀλεξίου φυλάσσεται στήν Μονή Ἁγίας Λαύρας Καλαβρύτων καί ἀδιάφθορη δεξιά τοῦ ὁσ. Ἰωάννη στήν Μονή Χρυσοπηγῆς Χανίων).
Ἡ πρωτοχριστιανική Ἰρλανδία ἔχει νά παρουσιάσει κάποια μορφή Σαλότητος. Οἱ «Σαλοί» της εἶναι περιπλανώμενοι καί ξένοι, συνήθως μοναχοί, ἀναζητητές μιᾶς χαμένης πατρίδας. Ὁ ὅσ. Βρενδᾶνος (+ 484), ξεκίνησε ἕνα ἀτελείωτο ταξείδι πρός τήν Terra Repromissionis Sanctorumτήν ἁγία γῆ τῆς ὑποσχέσεως (J. F. webb, «The Voyage of St. Brendan»· «Lives of the Saints», Penguin Classeics 1965). Κατά τόν 6ο καί 7ο αἰ. Ἰρλανδοί μοναχοί ταξιδεύουν παντοῦ στήν Δυτική καί Κεντρική Εὐρώπη (ὁ ὅσ. Κολούμβας στήν Σκωτία· ὁ ὅσ. Κολουμβᾶνος στήν Γαλλία, Ἐλβετία καί Ἰταλία· ὁ ὅσ. Γάλλος στήν Ἐλβετία· ὁ ὁσ. Κιλιανός στήν Φρανκονία· βλ. T. M. CharlesEdwards, «The social bachground to Irish Peregrination», 1976, σελ. 43 κ. ἑξ.). Οἱ λόγοι τῆς περιπλανήσεως στίς περιπτώσεις αὐτές ἦσαν ἀσκητικοί καί ὄχι ἱεραποστολικοί ἤ ἐξερευνητικοί. « Ὁ Μοναχός — γράφει ὁ Sawardἐγκατέλειπε τήν πατρίδα του καί τούς συγγενεῖς του, ὄχι γιά νά ἐγκατασταθεῖ κάπου ἀλλοῦ, ἀλλά γιά νά ἀποσπάσει τόν ἑαυτό του πλήρως ἀπό ἀνθρώπινους δεσμούς κάθε εἴδους καί νά ἔρθει πλησιέστερα στόν Θεό, στήν μοναξιά» (J. Saward, «Perfect Foools», σελ. 43).
ἅγ. Γρηγόριος ὁ Διάλογος Πάπας Ρώμης (590 — 604), στούς Διαλόγους του περιγράφει κάποιες περιπτώσεις Σαλότητος.
ἅγ. Αἰκύτιος ἄν καί Ἡγούμενος Μονῆς, «φοροῦσε βρώμικα ροῦχα, ὥστε αὐτοί πού δέν τόν γνώριζαν, ὅταν αὐτός τούς προσκυνοῦσε, τόν σιχαίνονταν νά τοῦ ἀνταποδώσουν τήν προσκύνηση» Εὐεργετινός», τ. 2ος, 1981, σελ. 13 — 14).
ἁγ. Οὐλφία (8ος αἰ.), τῆς ὁποίας τήν μνήμη ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία τιμᾶ τήν 31 Ἰανουαρίου, ἐπειδή ἤθελε νά διαφυλάξει τήν παρθενία της, ὑποκρίθηκε τήν σαλή καί «ἔτρεχε στούς δρόμους μέ ἀκάλυπτο κεφάλι καί λυμένα τά μαλλιά της, ὥστε νά θεωρηθεῖ τρελλή» (A. A. S. S. Jannar III, σελ. 738).
Μετά τό Σχίσμα τοῦ 1054, ὁ Ἰωάννης Κολομπίνι ἀπό τήν Σιένα (+ 1367), γιά νά ἐξιλεωθεῖ ἀπό τήν προηγούμενη ζωή του, καβάλησε ἕνα γάϊδαρο καί περιφερόταν ἄσκοπα στούς δρόμους, μέχρις ὅτου οἱ συντοπίτες του τόν θεώρησαν τρελλό. (A. A. S. S. Julii VII, σελ. 278). Ὁ Ἰωάννης τοῦ Θεοῦ (+ 1544), ἔπεφτε στά περιττώματα, ἀσπαζόταν τό ἔδαφος καί γεμᾶτος βρωμιές γυρνοῦσε στούς δρόμους, μέχρις ὅτου τόν ἔκλεισαν σέ ψυχιατρεῖο, ὅπου γνώρισε τήν βιαιότητα καί τήν κακομεταχείρηση. Τελικά ἐγκατέλειψε τήν προσποίηση, γιά νά προσφέρει ἀγάπη στούς πραγματικούς ψυχασθενεῖς! (A. A. S. S. Marz Ι, σελ. 888). Καί ὁ Βενέδικτος — Ἰωσήφ Λαβρε (+ 1738), ἀφοῦ γύρισε ὅλη τήν Εὐρώπη πάμπτωχος, σάν «ἀλήτης τοῦ Θεοῦ — Vagadon do di Dio»), κατέλειξε στό Κολοσσαῖο τῆς Ρώμης, ὅπου ἔζησε ρακένδυτος, τρεφόμενος μέ ψωμί καί χόρτα, γεμάτος πληγές. Πέθανε σέ ἡλικία μόλις 35 ἐτῶν! (ΘΗΕ τ. 3ος, σελ. 798).
Καί οἱ τρεῖς προηγουμένως ἀναφερόμενοι ἔχουν ἀνακηρυχθεῖ Ἅγιοι ἀπό τήν Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία.
Πέραν τῶν προηγουμένων, ἡ ἀποδοχή τῆς διά Χριστόν Σαλότητος ἀπό τήν Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία φαίνεται καί ἀπό τήν κατάταξη στούς ἁγιολογικούς πίνακες τῆς Δύσεως τῶν πολύ γνωστῶν Σαλῶν τῆς Ἀνατολῆς, ἁγίων Ἀνδρέου τῆς ΚΠόλεως καί Συμεών τῆς Ἔμεσσας. Ἡ μνήμη τοῦ ὁσ. Συμεών κατά τούς Βολλανδιστές τοποθετῆται τήν 21η Ἰουλίου καί τοῦ ὁσ. Ἀνδρέου τήν 28η Μαϊου (τήν ἴδια ἡμερομηνία τόν μνημονεύει καί τό Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο).
«Τά Μηναῖα — γράφει ὁ π. Levτιμοῦν ὡς Σαλούς διά Χριστόν πολλούς Βυζαντινούς τοῦ 5ου αἰ. Παρατηροῦμε, ὅτι αὐτοί οἱ ἀσκητές ἀνήκουν στήν ἁγιολογία καί τῆς Καθολικῆς καί τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας… (Ἡ Σαλότητα) εἶναι μία μέθοδος ἁγότητας, περισσότερο μία κατάσταση ἁγιότητας, ἐπίσημα ἀναγνωρισμένης ἀπό τήν Ἐκκλησία. Καί ἐννοῶ ὄχι τήν Ἐκκλησία τήν διηρημένη, ἀλλά τήν Ἐκκλησία τήν ἀδιαίρετη… Ἡ ἀνάμνηση τῶν Σαλῶν πού ἔζησαν πρό τοῦ μεγάλου Σχίσματος, αὐτή ἡ ἀνάμνηση εἶναι μέρος τῆς κοινῆς κληρονομιᾶς τῶν Καθολικῶν καί τῶν Ὀρθοδόξων» («La Folie pour le Christ», IRENICON 3, 1927, σελ. 14 — 19).

Κυνισμός καί διά Χριστόν Σαλότης
«Ἔχει θέση ἡ διά Χριστόν Σαλότης στόν σύγχρονο κόσμο;"
«Οἱ Σαλοί τοῦ Θεοῦ — γράφει ὁ J. Sawardχρεάζονται ἰδιαίτερα σέ καιρούς σχετικῆς ἠρεμίας στήν πολιτική ζωή μιᾶς χώρας καί τούς στέλνει ὁ θεός γιά νά ἀποκαλυφθεῖ ἡ ἐσωτερική ἀκμή τῆς Ἐκκλησίας» (J. Saward, «Dieu a la Folie»).
Βεβαίως, στήν ἐποχή μας ἡ ἠρεμία στήν πολιτική, κοινωνική κ.ἄ. ζωή εἶναι ἰδιαίτερα σχετική. «Μετά τίς δεκαετίες τῆς ἀνοικοδόμησης — γράφει ὁ Γερμανός Φιλόσοφος P. Sloterdijk — τῶν οὐτοπιῶν καί τῶν «ἐναλλακτικῶν λύσεων», ἡ ἐποχή εἶναι κυνική καί ξέρει ὅτι οἱ νέες ἀξίες ἔχουν μικρά πόδια… Ὁ σύγχρονος κυνικός αὐτοπεριορίζεται στόν κίνδυνο τοῦ ἁπλοῦ θεατῆ. Κάνει τήν δουλειά του καί λέει μέσα του, ὅτι θά' ταν καλύτερο νά μήν κάνει τίποτε ἄλλο… Ζῆ ἀπό μέρα σέ μέρα, ἀπό διακοπές σέ διακοπές, ἀπό πρόβλημα σέ πρόβλημα… Μερικά θέματα τόν θίγουν, γιά τά περισσότερα ὅμως μένει μᾶλλον ἀδιάφορος» (P. Sloterdijk, «Κριτική τοῦ κυνικοῦ λόγου», σελ. 71).
Οἱ περισσότεροι σύγχρονοι Φιλόσοφοι δέχονται, ὅτι σάν πολιτισμός ζοῦμε τήν ἐποχή τοῦ «μετά — Μηδενισμοῦ», μία κυνική ἐποχή στήν ὁποία τό «ὁ Θεός εἶναι νεκρός» τοῦ Νίτσε, «ἠχεῖ πολύ ρομαντικά». Ὁ κυνισμός τῆς ἐποχῆς μας ἐκφράζεται μέ πολλούς τρόπους. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος δέν κινδυνεύει ἁπλά νά αὐτοπεριορισθεῖ στόν παθητικό ρόλο τοῦ θεατή. Εἶναι ἤδη θεατής τῶν προβλημάτων του (ἀτομικῶν, κοινωνικῶν, ἐθνικῶν, πολιτικῶν, πνευματικῶν, κ. ἄ.). Κυριαρχεῖται ἀπό τήν νοσηρή κατάσταση τοῦ εὐδαιμονισμοῦ, τοῦ καταναλωτισμοῦ καί τοῦ «ὠχ — ἀδερφισμοῦ», ἀκριβῶς δηλαδή ἀπό τήν κυνική ἀναζήτηση διαρκῶς μεγαλύτερης ἀπολαύσεως μέ τόν μικρότερο δυνατό κόπο. Ἔτσι, στήν ἐποχή μας πυκνώνουν τά κρούσματα προσποιϊτῆς τρέλλας.
Γύρω μας ὅλο καί περισσότεροι «κάνουν τόν τρελλό». Βεβαίως, δέν ἐννοοῦμε τούς ἐγκληματίες πού προσποιοῦνται τόν παράφρονα, γιά νά ἐπιτύχουν μικρότερη ποινή. Ἐννοοῦμε τό κυρίαρχο φαινόμενο τῆς θεοποιήσεως τοῦ σχιζοφρενοῦς καί τοῦ μή ὁμαλοῦ. Τό φαινόμενο τῆς προσπάθειας φυγῆς ἀπό τήν πραγματικότητα, μέσῳ τῆς ἀρνήσεως κοινωνικῶν τύπων καί πλαισίων (Κίνημα Χίππυς, Ἀναρχισμός, κ.λ.π.), τῆς χρήσεως ναρκωτικῶν οὐσιῶν, κ. ἄ.
Οἱ Φιλόσοφοι Ντελέζ καί Γκουαταρύ, χαρακτηρίζουν τόν σχιζοφρενῆ σάν ἐπαναστάτη! Τήν θεοποίηση καί λατρεία τοῦ σχιζοφρενοῦς ἀπέδειξε καί ἡ κυκλοφορία εἰδικοῦ περιοδικοῦ στόν τέως Λένινγκραντ, κάτω ἀπό τό Σοβιετικό καθεστώς, τοῦ «Σχιζοφρενοῦς τοῦ Σαϊγκόν», τό ὁποῖο (φυσικά) ἔγινε ἀνάρπαστο.
Γιατί ὅμως ἡ ἐποχή μας εἶναι κυνική καί ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος κυνικός; Διότι ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος (ὁ Δυτικός φυσικά) πλήττει. «Ὁ Κυνισμός — γράφει ἡ Τ. Γκορίτσεβα — ξεπηδάει μέσα ἀπό τήν πλήξη, μία πλήξη τῆς κολάσεως» (Τ. Γκορίτσεβα αὐτ. σελ. 63). Τό θανάσιμο πάθος τῆς ἀκηδείας τοποθετεῖ ὁ Φ. Ντοστογιέφσκυ στά χείλη τοῦ Σατανᾶ, «πού δέν ἔχει καμμία δημιουργική ἀρχή, μέ ὅλες τίς βδελυγμίες καί τά ἐγκλήματά του». «Αὐτή ἡ διαδικασία — λέει ὁ Διάβολος στούς «Ἀδελφούς Καραμάζωφ» — ἐπαναλαμβάνεται ἤδη γιά πολλοστή φορά, πάντα μέ τόν ἴδιο τρόπο, μέχρι τήν τελευταία λεπτομέρεια. Μία πέρα γιά πέρα ἀταίριαστη, γιγάντια πλήξη».
Δικαίως, λοιπόν, ἡ Ἐκκλησία τοποθετεῖ τήν ἀκηδεία ἀνάμεσα στά ἑπτά θανάσιμα ἁμαρτήματα.
Γιά τό ἀρχαῖο Ἕλληνα Κυνικό Φιλόσοφο Διογένη ἔχει γραφεῖ — κατά τόν Glygshman — ὅτι «ὁ Διογένης πού οὔτε σκλάβους, οὔτε χρήματα, οὔτε ὑπόληψη, εἶναι ἀνώτερος ἀπό τόν Ἀλέξανδρο καί πιό εὐτυχισμένος ἀπό τόν Βασιλέα τῆς Περσίας». Αὐτό ἀκριβῶς εἶναι τό πρότυπο τοῦ ἐκτός Ἐκκλησίας καί Χριστιανικῆς ἀληθείας συγχρόνου κυνικοῦ ἀνθρώπου. Μήπως, λοιπόν, καί ἡ διά Χριστόν Σαλότητα εἶναι μία μορφή συγχρόνου κυνισμοῦ;
Ἡ ἀπάντησις εἶναι ἀρνητική. Ἀκόμη καί στίς φαινομενικές ἐξωτερικές ὁμοιότητες, ὑπάρχουν οὐσιαστικές διαφορές. Ὁ κυνισμός φαίνεται νά ζῆ ὑπεράνω τῶν ὑλικῶν πραγμάτων. Ὁ διά Χριστόν Σαλός εἶναι πράγματι ὑπεράνω τῶν ὑλικῶν πραγμάτων· στερεῖται ἀκόμη κι ἐκεῖνο πού τοῦ προσφέρεται, χάριν τοῦ σκοποῦ του καί τοῦ πλησίον. Ζῆ στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὑπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ὄχι μή ἀναγνωρίζοντας «τίποτα καί κανένα» πάνω ἀπ' αὐτόν, ὅπως ὁ κυνικός.
Ὁ διά Χριστόν Σαλός δέν πλήττει, ἀντιθέτως ἀγωνιᾶ. Ἡ σαλότητά του προέρχεται ἀπό τό ἀγωνιώδες ἐνδιαφέρον του γιά τλήν προσωπική του σωτηρία, ἀλλά καί γιά τήν κατάσταση τοῦ «πεπτωκότος» δημιουργήματος τοῦ Θεοῦ, κόσμου καί ἀνθρώπου. Οἱ κυνικοί, σύγχρονοι καί παλαιοί, δέν ζοῦν τήν ἐν Χριστῷ ζωή τῆς προσευχῆς, καθάρσεως καί ἀσκήσεως. Ἀντιθέτως, ὅπως μαρτυρεῖται, ὁ Διογένης «μπροστά στά μάτια τῶν Ἀθηναίων, ἀσχολιόταν μέ τά πιό ἄπρεπα πράγματα, τά πράγματα τῆς Δήμητρας καί τῆς Ἀφροδίτης» (Διογένης Λαέρτιος, στ. 69). Ὁ ἅγ. Συμεών τῆς Ἔμεσσας (χαρακτηριστική περίπτωσις ἐξωτερικῆς ὁμοιότητος), «τῆς γαστρός αὐτοῦ τήν οἰκείαν χρεῖαν ἐπιζητούσης ποιῆσαι — γράφει ὁ Λεόντιος Νεαπόλεως — εὐθέως, μηδένα ἐρυθριών ἐπί τῆς ἀγορᾶς πρός τόν τόπον ἐκαθέζετο ἐπί πάντων».
Στήν ἐξωτερική ὁμοιότητα τῆς συμπεριφορᾶς μεταξύ Διογένη (Κυνικῶν) καί ἁγ. Συμεών (διά Χριστόν Σαλῶν), ὑπάρχει οὐσιαστική ἐσωτερική διαφορά. Ὁ Διογένης πράττει τά προηγούμενα ἀπό κυνική ἀδιαφορία. Ὁ ἅγ. Συμεών πράττει τοῦτο «βουλόμενος, πεῖσαι καντεῦθεν ὡς ὅτι τῶν κατά φύσιν φρενῶν ἐξεστηκῶς τοῦτο ἐργάζεται». Ὁ Διογένης ἀσχολεῖται μέ «τά πράγματα τῆς Ἀφροδίτης» καί μάλιστα δημοσίως, ἐπειδή ἡ φιλοσοφία του δέν εἶναι ἠθική, ἀσκητική καί ἁγιαστική. Ὁ Βίος τοῦ ἁγ. Ἀνδρέα τῆς ΚΠόλεως ἀναφέρει τήν συμπεριφορά του στό ἴδιο θέμα:
«Μία ἡμέρα περνοῦσε μπροστά ἀπό τά πονηρά καταγώγια καί ἔκανε πώς παίζει. Τόν εἶδε μία ἀπό τίς ἄσεμνες γυναῖκες νά συμπεριφέρεται ἔτσι καί τόν πέρασε γιά τρελλό. Τόν ἔπιασε, λοιπόν, ἀπό τό μάλλινο ροῦχο του καί τόν ἔσυρε στό καταγώγιό της… Μερικές τόν κτυποῦσαν στόν τράχηλο καί προσπαθοῦσαν νά τόν ὁδηγήσουν στήν αἰσχρή πρᾶξι τῆς πορνείας. Ἄλλες πάλι δοκίμαζαν μέ πολλά χάδια καί φιλήματα νά παρασύρουν τόν σώφρονα στήν ἁμαρτία λέγοντας: «Σαλέ, πόρνεψε, ἱκανοποίησε τό πάθος τῆς ψυχῆς σου». Ἦταν νά τόν θαυμάζεις ἐκεῖνον τόν γενναῖο, γιατί μετά ἀπό τόσους μαλαγμούς δέν μπόρεσαν νά τόν ὁδηγήσουν στό βρωμερό πάθος. Ἄλλαξαν λοιπόν συμπεριφορά καί ἔλεγαν: «Αὐτός ἤ νεκρός εἶναι ἤ ξύλινος ἤ πέτρινος» («Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας", σελ. 37 — 38).
Στήν κυνική ἐποχή μας ἡ σατανική ἀκηδεία — ἀνία — πλήξη, ὁδηγεῖ τόν κοσμικό ἄνθρωπο στήν θεοποίηση τοῦ μή ὁμαλοῦ, στήν διαρκή ἀναζήτηση ἐκείνου πού θά καλύψει τό ἀβυσσαλεό πνευματικό κενό. ὁ Χριστιανός, ὅμως, δέν ἔχει κενό διότι ἔχει Ἐκεῖνον, τόν Νυμφίο τῆς ψυχῆς του Χριστό. Καί στήν ἐποχή μας, λοιπόν, τῆς κυνικῆς ἀδιαφορίας καί τῶν δαιμονικῶν ἐνδιαφερόντων, ὑπάρχουν ἐραστές τῆς Ἁγιότητας, ὑπάρχουν Ἅγιοι καί βεβαίως καί διά Χριστόν Σαλοί. Τό ἀσφαλές συμπέρασμα εἶναι ὅτι ὁ μαρτυρικός τρόπος τῆς ζωῆς τους, ἡ διά Χριστόν σαλότητα, δέν εἶναι μορφή Κυνισμοῦ, ἀλλά ὁδός ἁγιότητας καί μόνον.

Ἡ μαρτυρία τῶν διά Χριστόν Σαλῶν Ἁγίων στήν ἐποχή μας
«Τί ἔχει νά εἰπῇ ἕνας Σαλός στήν «λογική» ἐποχή μας; — γράφει ὁ Καθηγούμενος τῆς Μονῆς Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης — Τί ἄλλο ἀπό τόν λόγο τοῦ Ἀποστόλου, «ὁ λόγος γάρ ὁ τοῦ Σταυροῦ τοῖς μέν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί» (Α' Κορ. 1, 18) καί «εἰ τις δοκεῖ σοφός εἶναι ἐν ἡμῖν ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ, μικρός γενέσθω, ἵνα γένηται σοφός» (Α' Κορ. 3, 19).
Τό δρᾶμα μας εἶναι, ὅτι εἴμεθα πολύ «λογικοί» γιά νά μπορέσουμε νά δεχθοῦμε τό ὑπέρλογο μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτή ἡ «λογική» γίνεται ὁ τάφος μας. Μπορεῖ ὁ Χριστιανός νά εἶναι Χριστιανός, ἐάν δέν γίνει Σαλός καί καταφρονήσει τά «λογικά» κριτήρια τοῦ αὐτονομημένου κόσμου μας; Μήπως οἱ Μοναχοί δέν ὑπάρχουν στήν Ὀρθοδοξία γιά νά προκαλοῦν συνέχεια τήν «λογική» τοῦ κόσμου;» (ἁγ. Φιλοθέου Κοκκίνου, «Βίος ἁγ. Σάββα τοῦ Βατοπεδινοῦ, τοῦ καί διά Χριστόν Σαλοῦ»· μετάφραση — ἐπιμέλεια Ἱ. Μ. Ὁσ. Γρηγορίου· ἔκδοσις ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ 1984, σελ. 8).
Ὁ λαός τοῦ Θεοῦ, τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀνέκαθεν τιμοῦσε μέ ἰδιαιτερότητα τήν μνήμη τῶν χαρισματούχων διά Χριστόν Σαλῶν. Οἰκουμενικά γνωστός καί παγκόσμια τιμώμενος ὁ ἅγ. Ἀνδρέας τῆς ΚΠόλεως, ἡ μετάθεσις ὅμως τοῦ Λειψάνου του στέρησε ἀπό τόν λαό τό «ὁρατό σημεῖο» τῆς πρός αὐτόν τιμῆς, τά Λείψανα — δηλαδή — καί τόν τάφο. Σήμερα στό ἄκουσμα «διά χριστόν Σαλός», ἡ σκέψις ὅσων Χριστιανῶν γνωρίζουν πηγαίνει στό ταπεινό Κοιμητήριο τοῦ Σμολένσκ στήν Ἁγία Πετρούπολη, ὅπου ὁ τάφος τῆς ὁσ. Ξένης τῆς Θαυματουργοῦ.

Συμπεράσματα
«Σαλοί εἶναι οἱ Χριστιανοί — σημειώνει ὁ π. Γεώργιος Καψάνης — Κάθε Χριστιανός πού ἀσπάζεται τήν μωρία τοῦ Σταυροῦ καί δέχεται νά ἐμπαιχθεῖ, νά χλευασθεῖ, νά διωχθεῖ ἀπό ἀγάπη γιά τόν Λόγο, θεωρεῖται σαλός, δηλαδή παράλογος καί παράφρων στούς πολλούς. Ἀρνεῖται τήν σοφία τοῦ κόσμου τούτου καί γίνεται μωρός, γιά νά γίνει σοφός.
Σαλοί εἶναι οἱ Μοναχοί. Ἀρνοῦνται τό σχῆμα τοῦ κόσμου, ἀπορρίπτουν τήν κοινωνική ἐπιτυχία καί ἀναγνώριση, καθώς καί κάθε κοσμική ἐπιδίωξη, πλοῦτο δηλαδή, δόξα καί ἡδονές καί ἀναλαμβάνουν τόν ἐλαφρό ζυγό τοῦ Κυρίου, πρᾶγμα τό ὁποῖο φαίνεται παράλογο στά μάτια πολλῶν, δυστυχῶς ἀκόμα καί Χριστιανῶν. Σπέυδουν οἱ Μοναχοί σάν μανικοί ἐραστές νά συναντήσουν τόν Νυμφίο τῶν ψυχῶν, περιφρονώντας ὄχι τόν κόσμο τόν ὁποῖο ὑπεραγαποῦν, ἀλλά τήν «λογική» του, τίς ἐμπαθεῖς σχέσεις. Θέλουν νά σωθοῦν καί τρέχουν νά… χαθοῦν.
Σαλοί κατ' ἐξοχήν εἶναι οἱ διά Χριστόν Σαλοί. Ἀφοῦ δέχθηκαν τή κλήση «ἐξ Ὑψίστου, οὐ ἀπ' ἀνθρώπων», ἄρχισαν νά ἐμπαίζουν τόν κόσμο καί ἀσφαλῶς δέχθηκαν νά ἐμπαίζωνται, γιά λόγους πού μόνο ἐκεῖνοι καί ὁ Θεός ἤξεραν. Ἀπ' ὅσα ὅμως μᾶς ἀποκάλυψαν — καί εἶναι γραμμένα στά συναξάρια — τό ἔκαναν ἀπό ταπείνωση, προκειμένου νά μήν καταλάβει ὁ κόσμος τήν κατά Θεόν προκοπή τους καί πρός οἰκοδομήν τοῦ πλησίον, προκειμένου νά γλυτώσουν μία ψυχή ἀπό τόν κίνδυνο» Βίος ἁγ. Σάββα, σελ. 11 — 12).
Ἕνας πραγματικός διά Χριστόν Σαλός δέν γίνεται εὔκολα ἀντιληπτός. «Χρειάζεται πολύ χάρη ἀπό τόν Θεό — γράφει ὁ Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος — γιά νά μπορέσει κανείς νά δεῖ τήν πνευματική ἐλευθερία, μέσα ἀπό φαινομενικά «ἀνήθικες» πράξεις. Δέν εἶναι εὔκολο νά μελετᾶ κανείς τέτοιους Βίους· εἶναι ἐνδεχόμενο νά τούς παρεξηγήσεις, πιθανόν νά σταθεῖ σέ μερικά ἐξωτερικά σημεῖα καί νά τούς ἀδικήσει· μόνον «χαριτωμένοι» ἄνθρωποι μποροῦν νά ἐννοήσουν τήν ἐργασία τῶν Ἁγίων καί μάλιστα αὐτῶν πού προσποιοῦνται τόν σαλό» (Ἱεροθέου Βλάχου, «Παρακλητικά Α' «, σελ. 333334). Αὐτός εἶναι ἕνας λόγος γιά τόν ὁποῖο πολλοί διά Χριστόν Σαλοί ἔμειναν ἄγνωστοι καί ἀφανεῖς στήν Ἱστορία.
Ὑπάρχουν ὅμως καί περιπτώσεις διά Χριστόν Σαλῶν Ἁγίων τῶν ὁποίων ἡ μνήμη φαίνεται νά λησμονήθηκε ἀπό «τόν κόσμο, τόν λαό τοῦ Θεοῦ, αὐτό πού ὀνομάζουμε συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας» (Π. Μαρτίνη αὐτ. σελ. 121). Δύο ἀπό τίς αἰτίες ἐπισημαίνει ὁ ἴδιος μελετητής. «Ἕνας Σαλός — γράφει — ἕνας «δαιμονισμένος» δημιουργεῖ ἐντυπώσεις καί γίνεται λόγος γι' αὐτόν ἐφ' ὅσον ζῆ, ὅταν πεθάνει ξεχνιέται… (Ἀκόμη), οἱ ἐλάχιστοι Σαλοί Ἅγιοι, ἔμειναν πράγματι οἱ «ἐλάχιστοι», οἱ «ἔσχατοι», οἱ ἄγνωστοι στήν συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἅγ. Συμεών προσευχήθηκε ἰδαίτερα στόν Θεό νά μείνει «ἄγνωστος» καί ὁ ἅγ. Ἀνδρέας ὁ Σαλός προφήτεψε, ὅτι μετά τόν θάνατό του θά μείνει ἄγνωστος» (αὐτ. σελ. 121).
Ἀκόμη, ἐπειδή ἡ «μωρία» ἑνός διά Χριστόν Σαλοῦ συνήθως ἐκδηλώνεται «μέ παράδοξες καί ἀμφιλεγόμενες πράξεις πού σκοπό ἔχουν νά προσβάλουν τήν συμβατική ἠθική καί τό ἐκκλησιαστικό κατεστημένο, ὅταν (αὐτό) ἔχει χάσει τήν χαρισματική του διάσταση» (Δημ. Τσάμης αὐτ. σελ. 151), τότε οἱ Ἐπίσκοποι καί ὁ Κλῆρος πού κινοῦνται ἐκτός σκοποῦ καί ἀποστολῆς, ἐπειδή ἐλέγχονται ἀπό τήν μαρτυρία τοῦ Σαλοῦ, ἡγοῦνται τῆς ἀμφισβητήσεως ἐναντίον του.
Δέν εἶαι γνωστό ἄν ὅλες οἱ περιπτώσεις διά Χριστόν Σαλῶν πού «θάφτηκαν» μέ ἐπαίσχυντο τρόπο, δθικαιώθηκαν κάποτε κάτω ἀπό τήν πίεση τῆς λαϊκῆς ἐτυμηγορίας, τῆς μαρτυρίας δηλαδή τοῦ πληρώματος τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας στούς κόλπους τῆς ὁποίας ἀναδείχθηκαν καί τό ὁποῖο ἀβίαστα καί ἐλεύθερα διεκήρυσσε τήν ἁγιότητα πού εἶχε διαπιστώσει. Στήν περίπτωση πάντως τοῦ διά Χριστόν Σαλοῦ Προκοπίου τοῦ Οὔστιουγκ Ρωσίας, τά πράγματα ἐξελίχθηκαν κάπως ἔτσι: Ἑκατό χρόνια μετά τήν κοίμησή του, οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως ἄρχισαν νά κτίζουν ναό πρός τιμήν του, ἀλλά ὁ τοπικός Κλῆρος ἀντέδρασε καί διέταξε τήν καταδάφισή του! Τελικά, μετά τήν λαϊκή κατακραυγή, ἡ ἁγιότητα τοῦ ὁσ. Προκοπίου διακηρύχθηκε Συνοδικά τό 1547.
Τούς καθαρά ἀνθρώπινους παρἀγοντες πού ρίχουν στήν λήθη τούς «ξεχασμένους» Ἁγίους, παραμερίζει τό ἀλάθητο κριτήριο τῆς Ἐκκλησίας (ἡ Ὁποία «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι» διακρίνει τό γνήσιο ἀπό τό ψευδές) καί συχνά ἡ θαυματουργική ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐκφράζεται κατά περίπτωση μέ τρόπο εἰδικό καί διαφορετικό. Στήν περίπτωση λ.χ. τοῦ ὁσ. Σάββα τοῦ Βατοπεδινοῦ (+ 1347) — ὁ ὁποῖος παρά τό γεγονός, ὅτι τόν Βίο του κατέγραψε ὁ σύγχρονός του Πατριάρχης ΚΠόλεως ἅγ. Φιλόθεος ὁ Κόκκινος, δέν συμπεριλήφθηκε στούς Συναξαριστές — ἔχουμε τήν εὕρεση, τό 1840, στό κοιμητήριο τῆς Μονῆς Βατοπεδίου τῶν εὐωδιαστῶν Λειψάνων, «ἐν δέρματι», ἑνός ἀγνώστου Ἁγίου. Τόν Ἅγιο αὐτό οἱ τότε ἁπλοῖ μοναχοί τῆς Μονῆς όνόμασαν Εὐδόκιμο, ἀφοῦ ἡ κατάσταση τῶν Λειψάνων του ἀποδείκνυει, ὅτι πράγματι «εὐδοκίμησε» — πέτυχε στόν σκοπό του, δηλαδή στήν θέωση.
Ἡ ταυτότητα τοῦ ἀγνώστου Ἁγίου ἀποσαφηνίσθηκε ἀργότερα, μέ τήν ἐμφάνισή του στόν Ἡγούμενο τῆς Μονῆς καί ἕναν ἐνάρετο ἀσκητή, στούς ὁποίους εἶπε: «Σάββας ὀνομάζομαι, ἀλλά δέν πειράζει, ἀφῆστε τούς Πατέρες νά μέ καλοῦν Εὐδόκιμο»! Ἔτσι, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Γρηγορίου ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης, «στήν Ἁγιορειτική συνείδηση ὁ ἅγ. Σάββας ταυτίζεται μέ τόν ἅγ. Εὐδόκιμο» καί τιμᾶται τοπικά τήν 5η Ὀκτωβρίου. (ἁγ. Φιλοθέου Κοκκίνου, «Βίος ἁγ. Σάββα…", σελ. 15).

Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ πρεσβεύσατε ὑπέρ ἡμῶν


(Ἕπεται τό Δεύτερο Μέρος μέ σύντομους Βίους διά Χριστόν Σαλῶν Ἁγίων)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου