Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

Η ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΣΚΗΣΕΩΣ- IEROSOLLYMA





«Ἄν δέν νικήσουμε τά πάθη μας, τότε ἀσκόπως καί ματαίως ἤρθαμε στόν κόσμο! Μᾶλλον δέ γιά τό κακό!» (ὁμιλ. ΠΔ.3 εἰς τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιον)
Κατά τόν μεγάλο μας Ἱεράρχη τό πιό οὐσιῶδες πράγμα στήν ζωή μας εἶναι νά νικήσουμε τά πάθη μας, γιατί διαφορετικά θά εἴμαστε ὑποχείριοι τόσο τῶν ψυχικῶν παθῶν μας, τοῦ μίσους, τῆς κακίας κ.λπ., ὅσο καί τῶν σωματικῶν παθῶν μας, τῆς γαστριμαργίας, τῆς πορνείας κ.λπ. Ἄν δέν τά νικήσουμε, θά ζοῦμε γιά τό κακό μᾶλλον καί, ὅπως λέει ἡ Ἁγία Γραφή, θά κατεβαίνουμε στό ἐπίπεδο τῶν ζώων «παρεσυνεβλήθην τοῖς κτήνεσιν τοῖς ἀνοήτοις καί ὁμοιώθην αὐτοῖς». Τή νίκη κατά τῶν παθῶν ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά τήν ἐπιτύχει μόνο μετά ἀπό ἀγώνα. Μόνο μετά ἀπό ἄσκηση.
Καί πρίν ἀναλύσω τήν ἄσκηση σέ σχέση μέ τήν ἀνθρωπολογική της διάσταση, πού εἶναι καί τό θέμα τῆς ὁμιλίας μου, ἐπιθυμῶ νά κάνω σαφές ὅτι ἡ ἄσκηση πρέπει νά εἶναι πάντοτε Χριστοκεντρική. Κεντρικός ἄξονας τῆς ἀσκήσεως πρέπει νά εἶναι πάντοτε ὁ Κύριός μας. Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Καί κύριο μέλημά μας -ἐν παντί καιρῷ καί ἐν πάσῃ ὥρᾳ- νά Τόν εὐαρεστοῦμε καί νά τηροῦμε τό θέλημά Του.
Ὁ μοναχισμός εἶναι ἡ ἐπιδίωξη τῆς ψυχικῆς τελειότητος τοῦ ἀνθρώπου, διά τῆς ἀπονεκρώσεως τῶν σωματικῶν ἐπιθυμιῶν, ἡ ὁποία ἐπιτυγχάνεται μέ τήν ἄσκηση, μέ τήν συνεχῆ ἐγκράτεια, μέ τίς σωματικές -ἐν μέτρῳ- κακουχίες καί στερήσεις, χάριν εὐσεβείας. Δέν νοεῖται σέ καμία περίπτωση Χριστιανισμός-Ὀρθοδοξία ἄνευ ἀσκήσεως. Ἡ χριστιανική ἄσκηση ἔχει δύο πόδια.
Τό ἕνα πόδι, τό ἀδύνατο, εἶναι ἡ ἐξωτερική ἄσκηση, ἡ σωματική:
οἱ νηστεῖες, οἱ ἀγρυπνίες, οἱ γονυκλισίες, ἡ ἀκτημοσύνη, ἡ παρθενία.
Τό ἄλλο πόδι, τό ἰσχυρό, εἶναι ἡ ἐσωτερική ἄσκηση, ἡ πνευματική:
τό ταπεινό φρόνημα, ὁ αὐτοέλεγχος, ἡ νήψη, ἡ προσοχή, ἡ ἐγρήγορση.
Καί γιά νά περπατήσει πνευματικά ὁ ἄνθρωπος, θά πρέπει νά ἔχει ὑγιῆ καί τά δύο του τά πόδια, προπαντός ὅμως τό πόδι τό ἰσχυρό.

Τά δύο βασικά γνωρίσματα τῆς νήψεως, πού ἀποτελοῦν τή βάση τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα, εἶναι ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή καί ἡ μνήμη θανάτου.
Ὁ μοναχισμός, ὡς ἀσκητισμός, ἀπαντᾶται ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη στό πρόσωπο τοῦ προφήτου Ἡλιοῦ, τοῦ προφήτου Ἐλισσαίου, τοῦ Τιμίου Προδρόμου, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν ὡς ἀσκητές ἀλλά, κυρίως, ἀπαντᾶται στό πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου οἱ μιμητές αὐτῶν ἐπόλισαν τίς ἐρήμους καί κατέστησαν μοναστήρια, λαῦρες, κοινόβια καί ἱερά φροντιστήρια. Ἐκεῖ ἠγωνίζοντο νά γίνουν ἐπίγειοι ἄγγελοι, νά προσεγγίσουν τήν ὕλη στήν ἀϋλία, νά ἐξαϋλώσουν δηλαδή τή σάρκα σέ πνεῦμα καί νά γίνουν ἄσαρκοι, ἰσάγγελοι, γιά νά φτάσουν στήν θέωση, στόν ἁγιασμό καί νά ἑνωθοῦν μέ τόν Θεό.
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἀσκητική καί τήν ἀσκητική της παράδοση τήν ὀφείλει κυρίως στόν μοναχισμό, ὁ ὁποῖος ἀπό νωρίς ἀναπτύχθηκε στούς κόλπους της. Βασικό στοιχεῖο τῆς μοναχικῆς πολιτείας εἶναι ἡ ἄσκηση, ἡ ὁποία γίνεται μέ βάση τούς κανόνες καί τά μέσα πού διαθέτει ἡ Ἐκκλησία μέσω τῆς συμμετοχῆς μας στή λατρευτική ζωή (προσευχή, νηστεία, ἀγρυπνία κ.λπ.).
Στά μοναστήρια οἱ μοναχοί (μοναχές) ἀσκοῦνται σύμφωνα μέ τόν κανονισμό τῆς μονῆς τους καί ὑπό τήν ἐπίβλεψη τοῦ ἡγουμένου (ἡγουμένης), τοῦ πνευματικοῦ πατέρα, τοῦ γέροντος πού τούς κατευθύνει στό δύσκολο δρόμο τῆς «ξενητείας» καί τῆς «φυγῆς» ἀπό τόν κόσμο.
Τά μοναστήρια ἔχουν ὡς σκοπό τήν ἄσκηση, γι΄αὐτό καί στήν κουρά τοῦ μοναχοῦ ἀκοῦμε τόν ὑποψήφιο μοναχό νά λέει «…ποθῶ τόν βίον τῆς ἀσκήσεως» καί ἐκεῖ μνημονεύονται οἱ ὅσιοι Πατέρες τῆς Ἐρήμου: ὁ Σάββας ὁ Ἠγιασμένος, ὁ Θεοδόσιος ὁ Κοινοβιάρχης, ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ Εὐθύμιος ὁ Μέγας, ὁ Ἀντώνιος ὁ Μέγας, ὁ Ἅγιος Ἰλαρίων ὁ Μέγας κ.ά.
Ἡ ἁγιότης τοῦ βίου δέν εἶναι κάτι τό παράδοξον καί ἀκατόρθωτον. Εἶναι ἐντολή τοῦ Θεοῦ: «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγώ Ἅγιος εἰμί» (Α΄ Πέτρου, α΄ 16). Ὅλοι αὐτοί οἱ ἅγιοι ἐπέβαλλαν στόν ἑαυτό τούς σκληρή ἄσκηση – σκληρά ἀγωνίσματα γιά νά πολεμήσουν τά πάθη, τούς λογισμούς καί κάθε ἁμαρτωλή φαντασία. Μέσα ἀπό αὐτά τά ἀγωνίσματα, στό τέλος, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ ἐπιτελοῦσαν θαύματα, ἐδέχοντο θεῖες ἐλλάμψεις καί καταυγάζονταν ἀπό τό «ἄκτιστον» φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Γιά τόν ἀγωνιστή μοναχό, τό κελί του εἶναι ἕνα εἶδος ἀρένας, ἕνα εἶδος παλαίστρας. Εἶναι ἕνας χῶρος ἄθλησης καί προσευχῆς, ἕνας ἰδιότυπος τρόπος ζωῆς, ἀλλά καί ἕνας χῶρος μαθητείας, διδασκαλίας, μελέτης, ἐργασίας καί συγγραφῆς.
Ἀπό τό μοναστήρι μας, πού εἶναι ἡ περιώνυμος Λαύρα τοῦ Ὁσίου καί Θεοφόρου πατρός ἡμῶν Σάββα τοῦ Ἠγιασμένου, ξεπήδησε ἕνα πλῆθος ἀσκητῶν ἀνά τούς αἰώνας, ἕνα πλῆθος Ἱεραρχῶν, μαρτύρων καί ὁμολογητῶν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεώς μας καί, μέχρι σήμερα, ἀποτελεῖ καθημερινό βίωμά μας ἡ ζωντανή καί χαριτωμένη παρουσία τῶν ἁγίων τῆς μονῆς μας, μέσω τῶν τιμίων λειψάνων τους καί τῶν πολλῶν θαυμάτων, τά ὁποῖα ἐπιτελοῦν ἐν Χριστῷ.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος μιλᾶ γιά τίς τρεῖς γεννήσεις τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ πρώτη γέννηση, λέει, εἶναι ἡ σαρκική πού γίνεται ἀπό τούς γονεῖς, ἡ δεύτερη εἶναι ἡ πνευματική πού γίνεται ἀπό τόν Θεό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα -μέσα ἀπό τό Ἅγιο Βάπτισμα- καί ἡ τρίτη γέννηση γίνεται ἀπό τόν ἴδιον τόν ἄνθρωπο, μέ δάκρυα, μέ ἱκεσίες καί δεήσεις. Μέσα λοιπόν ἀπό τήν ἄσκηση τῶν δακρύων, τῆς ἀγωνίας, τῶν ἱδρώτων, τῶν προσευχῶν καί τῶν στεναγμῶν ὁδηγήθηκαν οἱ ἅγιοί μας στή θέωση.
Ὁ καλός μοναχός ἀγωνίζεται γιά τό τριμερές της ψυχῆς, γιά τόν τριπλό πνευματικό ἀγῶνα. Κοπιάζει γιά νά καθαρίσει τό ἐπιθυμητικό, τό θυμικό καί τό λογιστικό. Μάχεται μέσω τοῦ ἐξωτερικοῦ σωματικοῦ ἀγῶνα, δηλαδή μέ νηστεῖες, ὁλονυκτίες, διακονίες, μετάνοιες (ἐδαφιαῖες-στρωτές), γονυκλισίες, ἀλλά καί μέσῳ τοῦ ἐσωτερικοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνα, γιά νά ἀποκτήσει νήψη, ἀφύπνιση, συγχώρηση πού ὁδηγοῦν πάλι στήν κάθαρση, στόν φωτισμό καί ἁγιασμό, πού εἶναι ἡ τρίτη γέννηση, τήν ὁποίαν ἀναφέρουν οἱ ἅγιοι «…νηστεία, ἀγρυπνία, προσευχή, οὐράνια χαρίσματα λαβών». Ὁ Θεός εὐαρεστεῖται μέ τήν συντριβή τοῦ σώματος, μέ τόν σωματικό κόπο πού γίνεται γιά χάρη Του, καθώς ἐπίσης εὐαρεστεῖται πάρα πολύ μέ τήν μετάνοια καί τό ταπεινό φρόνημα (παράδειγμά μας εἶναι ὁ Τελώνης τῆς παραβολῆς).
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἀναφέρουν ὅτι ἡ γνώση Χριστοῦ, δηλαδή ἡ ἐμπειρία τῆς Ζωῆς Του, τοῦ Φωτός Του, τοῦ Μεγαλείου Του, τῆς μακροθυμίας Του καί τῆς παντοδυναμίας Του ἀποκτᾶται μέσα ἀπό τήν ἄσκηση. Ἄλλο εἶναι ἡ πίστη στόν Χριστό καί ἄλλο εἶναι ἡ γνώση τοῦ Χριστοῦ. Πίστη στόν Χριστό μπορεῖ νά ἔχουμε, ὅμως δέν ἔχουμε γνώση τοῦ Χριστοῦ. Πίστη στόν Χριστό ἔχει καί ὁ διάβολος, καί τά δαιμόνια ἀκόμα πιστεύουν, ὅμως γνώση Χριστοῦ δέν ἔχουν, γι’ αὐτό καί παραμένουν δαιμόνια. Ἄν ἔχουμε γνώση Χριστοῦ τότε, μέσα ἀπό τά πνευματικά ἀγωνίσματα, πυρπολεῖται ἡ καρδιά μας ἀπό τόν πόθο καί τήν φλόγα τοῦ θείου ἔρωτος.
Ὁ Ἅγιος Σάββας ὁ Ἠγιασμένος ἦταν πολύ ἐγκρατής καί ἀσκητικός. Ὅταν, σέ νεαρή ἡλικία, εὐρίσκετο στό μοναστήρι τῶν Φλαβιανῶν, πλησίον τῆς Μουταλάσκης τῆς Καππαδοκίας (προτοῦ ἔλθει στήν Ἁγία Γῆ), ἐργαζόταν στόν κῆπο τῆς μονῆς, ὅπου ἦταν τό διακόνημά του. Εἶδε λοιπόν πάνω σε ἕνα δένδρο μῆλα ὡραῖα στή ὄψη καί ἀφοῦ ἔκοψε ἕνα μῆλο, ἑτοιμαζόταν νά τό φάει πρό τῆς καθορισμένης ὥρας τοῦ φαγητοῦ. Ἀλλά ἀμέσως συνῆλθε καί ἐπετίμησε τόν ἐαυτόν του, ἀναλογιζόμενος ὅτι παρόμοια ἦταν ἡ πράξη πού ὁδήγησε τόν Ἀδάμ στήν ἁμαρτία.
Εἶπε δέ: «Ὡραῖος εἶναι, κατά τήν μορφήν, καί καλός, κατά τήν βρῶσιν, ὁ καρπός ὁ ὁποῖος διά τοῦ Ἀδάμ μέ ἐθανάτωσεν, ὅταν αὐτός προτίμησε ἀπό τό νοητόν κάλλος, αὐτό πού τοῦ ἐφάνη εὐχάριστον εἰς τούς ὀφθαλμούς καί ἔθεσε ὑπεράνω τῶν πνευματικῶν ἀπολαύσεων τόν χορτασμόν τῆς κοιλίας, τῆς σαρκός, ὁπότε καί ὁ θάνατος εἰσῆλθεν εἰς τόν κόσμον. Λοιπόν, …ἅς μήν ἀποκλίνω ἀπό τό ἀγαθόν τῆς ἐγκρατείας βαρυνόμενος ἀπό κάποιον ψυχικόν νυσταγμόν, διότι καθώς ἡ ἀνθοφορία προηγεῖται κάθε καρποφορίας, οὕτω καί ἡ ἐγκράτεια προηγεῖται τῶν ἀγαθῶν ἔργων».
Λέγοντας αὐτά τά λόγια ἔριψε τό μῆλο κάτω στή γῆ καί τό κατεπάτησε. Ἔβαλε δέ κανόνα στόν ἑαυτό του νά μήν φάει ποτέ μῆλο στή ζωή του, μέχρι τόν θάνατό του. Τήν νίκη του αὐτήν, κατά τῆς λαιμαργίας, ὁ Θεός τήν ἀντάμειψε διά τοῦ χαρίσματος τῆς ἐγκρατείας. Ἔγινε δέ θερμότερος στά ἔργα τῆς μετανοίας καί ὑπερέβη ὅλους τούς μοναχούς κατά τήν ταπεινοφροσύνη, τήν ὑπακοή καί τούς κόπους τῆς ἀσκήσεως ὑπέρ τῆς εὐσεβείας, ἐκεῖ στήν μονή τῶν Φλαβιανῶν πού ἀριθμοῦσε 70 πατέρες.
Διά τοῦτον τόν λόγο, ὅσοι ὑπαγόμεθα στήν Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα, ἐκτός ἀπό τήν παντελῆ ἀποχή ἀπό τό κρέας, δέν τρῶμε ποτέ μῆλο.
Ὁ μακαριστός γέροντάς μας ὁ π.Σεραφείμ, ἡγούμενος τῆς Λαύρας, ἦταν τόσο αὐστηρός καί πιστός ποιητής τῶν κανόνων, ὥστε μία φορά πού μᾶς ἔφεραν δῶρο στό Μετόχι τῆς μονῆς, στούς Ποιμένες, ἕνα ὡραῖο σέτ φλυτζανιῶν τοῦ τσαγιοῦ, δέν δέχτηκε νά τά χρησιμοποιήσουμε, ἐπειδή ἐπάνω τους ἦταν ζωγραφισμένα …μῆλα!!!
Συνεχίζοντας λοιπόν γιά τήν ἄσκηση βλέπουμε ὅτι εἶναι ἕνα ἐκκλησιαστικό γεγονός. Εἶναι μιά μορφή χριστιανικοῦ ἀγῶνα γιά τήν τελείωση καί μέ μεγάλη ποικιλία στή μορφή καί στίς ἐκδηλώσεις της. Στήν Αἴγυπτο, τήν Καππαδοκία καί στόν Πόντο, οἱ ἀναχωρητές προτιμοῦσαν τόν κοινοβιακό τρόπο ζωῆς, στήν Παλαιστίνη τόν λαυρεωτικό, ἐνῶ στήν Συρία καί τήν Μεσοποταμία οἱ ἀναχωρητές προτιμοῦσαν τόν ἐρημιτικό βίο.
Τό κοινόβιο ἦταν ὁ χῶρος τῆς δοκιμασίας τῶν μοναχῶν γιά ἕνα μεγάλο ἤ μικρό χρονικό διάστημα, προτοῦ νά βγοῦν στήν ἔρημο -ὡς ἐλεύθερα πουλιά- γιά νά ἀκολουθήσουν τή δική τους μορφή πνευματικοῦ ἀγώνα, ὡς ἔγκλειστοι, στυλίτες, κιονίτες, δενδρίτες, διά Χριστόν σαλοί, βοσκοί κ.λπ.
Στόν Ὀρθόδοξο μοναχισμό τῆς Συρίας καί τῆς Παλαιστίνης, εἴχαμε ὄχι μόνον ὅλες αὐτές τίς αὐστηρές μορφές τοῦ ἐρημιτισμοῦ, ἀλλά καί τίς λεγόμενες ἀσκητικές «ἀκρότητες» τοῦ ἐρημιτισμοῦ. Πλῆθος ἀσκητῶν ἔζησαν, εἴτε ὡς ἔγκλειστοι σέ λάκκους, σέ ὀπές τῆς γῆς, σέ σπηλιές ἤ σέ μικρούς οἰκίσκους, σέ κουφάλες δένδρων ἤ καί σέ τάφους-μνήματα, στά βουνά, στά δάση ἤ στήν ἔρημο, εἴτε ὡς ἐρημίτες χωρίς στέγη ἤ χωρίς ἄλλη μορφή προφύλαξης, μέσα στό κρύο, στή βροχή, στόν παγετό, στό χιόνι ἤ μέσα στή ζέστη, στόν καύσωνα, στούς ἀνέμους, γυμνοί ἤ ντυμένοι μέ δέρματα ζώων ἤ μέ τρίχινα ἐνδύματα.
Σέ κάποια μέρη τῆς Συρίας κατοικοῦσαν γιά πολλά χρόνια στήν κορυφή στύλων, κιόνων ἤ δένδρων, μέ σκοπό μέσα ἀπό αὐτήν τή δύσκολη ἄσκηση νά ἀνυψωθεῖ ὁ μοναχός ἀπό τήν γῆ στόν οὐρανό, ἀπό τά γήϊνα καί μάταια στά ἐπουράνια.
Στή Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα ἔζησε καί διακόνησε γιά δέκα χρόνια ὡς μοναχός μέ διακόνημα ἐκκλησιαστικοῦ (=κανδηλανάπτου) ὁ Ἅγιος Λάζαρος ὁ Γαλλησιώτης. Ἐπειδή τόν ἀνάγκασαν νά λάβει τό ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης, ἔφυγε καί βρῆκε τόπο κατάλληλο, ὡς ἐραστής τῆς ἡσυχίας καί ἀγωνιζόταν ἀνδρείως κατά τῶν δαιμόνων. Κατόπιν ἔφυγε καί πῆγε στό Γαλλήσιον Ὄρος τῆς Μ.Ἀσίας, ὅπου ἵδρυσε μοναστήρι καί πλησίον τοῦ Ναοῦ κατασκεύασε στύλο ὑψηλό, χωρίς στέγη καί διέμενε ἐκεῖ ἀγωνιζόμενος. Παρακολουθοῦσε δέ τίς ἀκολουθίες ἀπό ἕνα ἄνοιγμα πάνω ἀπό τό ψαλτήρι. Ἡ διαμονή πάνω σε ἕνα στύλο δυσκόλευε τή συμμετοχή τοῦ στυλίτη στή λειτουργική ζωή. Σέ πολλές περιπτώσεις ἡ Θεία Εὐχαριστία ἐτελεῖτο στή βάση τοῦ στύλου καί τή στιγμή τῆς Θείας Κοινωνίας κατέβαινε τό καλάθι τοῦ στυλίτη προσωρινά, γιά νά ἀνέβει καί πάλι μέ τόν ἁγιασμένο ἄρτο καί τό κύπελλο μέ τόν ἁγιασμένο οἶνο. Πιό συχνά ἀνέβαινε, μέσα στό καλάθι, στήν κορυφή τοῦ στύλου ὁ ἴδιος ὁ ἱερέας γιά νά κοινωνήσει ὁ ἴδιος τόν στυλίτη.
Ὁ Ἅγιος Λάζαρος ὁ Γαλλησιώτης κατάφερε, μέσα ἀπό αὐτήν τήν ἀσκητική ἀκρότητα, νά ἁγιάσει καί νά προσελκύσει γύρω του 900 μοναχούς. Κατά τήν κοίμησή του, ἐπειδή οἱ μοναχοί του θρηνοῦσαν τήν στέρησή του καί τό ὅτι δέν τούς ἄφησε γραπτή παρακαταθήκη μέ νουθεσίες, ἄν καί νεκρός, ἐσηκώθη καί ἐκβαλών χαρτίον ἐκ τοῦ κόλπου τοῦ, τό ἔδωσε στούς μοναχούς του καί πάλιν ἔπεσε καί ἐκοιμήθη. Μετέπειτα ὁ στύλος τοῦ ὁσίου θαυματουργοῦσε εἰς δόξαν Θεοῦ.
Ἕνας ἄλλος ὅσιος, ὁ ἅγιος Θαλέλαιος, πού τιμᾶται στίς 27 Φεβρουαρίου, ἀγάπησε πολύ τήν ἀσκητική ζωή. Καταγόταν ἀπό τήν Κιλικία, ὅμως ἦλθε στά Γάβαλα τῆς Συρίας καί δύο μίλια ἔξω ἀπό τήν πόλη ἀνέβηκε σέ ἕνα λόφο, ὅπου ὑπῆρχε ναός τῶν εἰδώλων καί ἔκτισε ἐκεῖ μία μικρή καλύβα. Ὅταν εἶδαν τά δαιμόνια τόν ἅγιο ἀσκητή, προσπάθησαν νά τόν τρομάξουν καί νά τόν διώξουν, ἀλλά ματαίως, διότι ἐκεῖνα ἀπελπίστηκαν καί ἀπομακρύνθηκαν στό τέλος. Ὁ ὅσιος κατόπιν σκέφτηκε ἄλλον τρόπο, πιό σκληρό, γιά νά συνεχίσει τήν ἄθλησή του. Κατασκεύασε δύο μεγάλους τροχούς καί τούς ἕνωσε μέ ἀραιά σανίδια καί, ἀφοῦ μπῆκε μέσα σέ αὐτό τό κλουβί, ἕνωσε τά μεταξύ τους σανίδια καί τά κάρφωσε. Κρέμασε δέ αὐτό τό κατασκεύασμα στή μέση μιᾶς σκαλωσιᾶς. Ἐκεῖ ἔμεινε κλεισμένος καί κρεμασμένος γιά δέκα ὁλόκληρα χρόνια. Ἐπειδή δέ ἦταν μεγαλόσωμος καί δέν ἔφτανε τό ὕψος τοῦ κλουβιοῦ γιά νά σηκώσει τό κεφάλι του, καθόταν πάντοτε σκυφτός καί μέ τό πρόσωπό του νά ἀκουμπᾶ στά γόνατά του, πάντοτε προσευχόμενος καί μελετῶντας τό Ἱερό Εὐαγγέλιο.
Ἡ τροφή αὐτῶν τῶν ἀσκητῶν ἦταν πάρα πολύ ἁπλοποιημένη, ὁ δέ ὕπνος τούς μειωμένος στό ἐλάχιστο. Ζοῦσαν σέ σκληρή ἄσκηση καί πολλές φορές ἐντελῶς ἄσιτοι (=χωρίς καθόλου τροφή) καί γιά νά μή σκανδαλίζονται οἱ ὑπόλοιποι ἀπό τήν ὑπερβολική τους αὐστηρότητα (δηλαδή οἱ ἀσθενέστεροι τῶν μοναχῶν) ἔφευγαν καί κρυβόντουσαν στά πιό ἐρημικά, ἀπομακρυσμένα καί δύσβατα μέρη.
Ἡ Ὁσία Μελάνη ἡ Ρωμαία εἶναι ἡ ἁγία πού ἵδρυσε τό Μοναστήρι τῆς Μεγάλης Παναγίας στά Ἱεροσόλυμα, πλησίον τοῦ Πανιέρου Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως. Ἡ ἁγία Μελάνη, ἄν καί ἦταν κόρη πλουσίων καί ἐπιφανῶν γονέων, ζοῦσε στή Ρώμη ζωή ἀσκητική, ἀποφεύγοντας ἀκόμα καί νά ἔλθει σέ ἐπαφή μέ τό νερό. Ἡ ἄσκησή της, σωματική καί πνευματική, γινόταν μεγαλύτερη φορῶντας τρίχινα ροῦχα ἐξωτερικά, ἐνῶ ἤδη τήν εἶχαν παντρέψει οἱ γονεῖς της στά δεκατέσσερά της χρόνια καί ἦταν ἤδη μητέρα. Εἶχε ἐντελῶς παραμελήσει τήν ἐξωτερική της ἐμφάνιση. Ὁ νοῦς τῆς ἦταν μονίμως στά οὐράνια. Ἐνήστευε τρώγοντας σπάνια λίγο λάδι καί δέν ἔπινε καθόλου κρασί. Ἀρχικά, ἔτρωγε μία φορά τήν ἡμέρα καί ἀργότερα, κάθε δύο ἤ τρεῖς ἡμέρες.
Ἦταν καλλιγράφος καί ταχυγράφος καί ἔγραφε βιβλία πού, στή συνέχεια, τά προσέφερε γιά πνευματική ὠφέλεια. Κοιμόταν ἐλάχιστα. Διάβαζε ὁλόκληρη τήν Ἁγία Γραφή τρεῖς φορές τό ἔτος. Γνώριζε ἄπταιστα τόσο τήν ἑλληνική, ὅσο καί τήν ἰταλική γλώσσα.
Ἀφοῦ πέθανε ὁ ἄνδρας της, τά παιδιά της καί οἱ γονεῖς τῆς ἐπήγε στήν πόλη Θαλαστή τῆς Καρχηδόνας (ἀρχαία πόλη τῆς Ἀφρικῆς, στή σημερινή Τυνησία), ὅπου ἔκτισε δύο μοναστήρια, γιά ἄνδρες καί γυναῖκες. Μέ τήν ἠρεμία καί τήν πραότητά της προσέλκυε πολλές νέες στό μοναστήρι, γινόμενη ἔτσι ἁλιεύς ψυχῶν. Ἔφτιαξε δέ ἐκεῖ μία στενή ξύλινη κιβωτό, στήν ὁποία ἔμενε καί ἀπό μία μικρή θυρίδα ἄφηνε νά βγαίνουν οἱ λόγοι της.
Ὅταν ἔκτισε στά Ἱεροσόλυμα ἄλλη μία μονή, μέ τή φήμη πού εἶχε ἀποκτήσει πολλές γυναῖκες, ὄχι μόνον εὐσεβεῖς ἀλλά καί ἄνομες, θέλησαν νά φοιτήσουν στή μοναχική ζωή κοντά της. Ἐκεῖ, στό ὑπόγειο, ὑγρό κελί-ἀσκητήριό της πού σώζεται μέχρι σήμερα, ζοῦσε μέ σιδηροφορία (ζωνόταν δηλαδή μέ σίδερα-ἁλυσίδες) γιά ἄσκηση καί ζοῦσε σέ φοβερή κακουχία, ἐνῶ εἶχε συγκεντρώσει γύρω της ἑκατό μοναχές. Ποτέ της δέν θέλησε νά γίνει ἡγουμένη. Νουθετοῦσε τίς ἀδελφές νά φροντίζουν ὄχι μόνο το σῶμα, ἀλλά καί τήν ψυχή τους καί νά προσεύχονται χωρίς νά βιάζονται νά τελειώσουν καί νά ἔχουν θεῖο φόβο καί σεβασμό. Πέθανε ἐκεῖ, στό ὑγρό κελί της, ἀπό πλευρίτιδα. Ἀκριβῶς δίπλα εὑρίσκεται καί ὁ τάφος της.
Ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος, ὁ ἐν τῷ Θαυμαστῶ Ὄρει (ὁ μετέπειτα πιό διάσημος στυλίτης τοῦ 6ου αἰῶνα), ὅταν ἔβλεπε κάποιον πτωχό χωρίς ροῦχο, ἀμέσως ἔβγαζε τό δικό του καί του τό ἔδινε καί «ἐκάθητο γυμνός τα πολλά τοῦ χειμῶνος, θείας ἄνωθεν χάριτος περιβολή σκεπόμενος».
Ὁ ἅγιος Ἀλύπιος ὁ Κιονίτης ἔζησε καί αὐτός 66 χρόνια πάνω σε ἕνα στύλο, μέ τό νά στέκει ὄρθιος πάντοτε «παλαίων μέ τήν φλόγα τοῦ ἡλίου, μέ τήν χειμέρειον ψύχρα, μέ βίαν ἀνέμων, μέ βροχῶν καί χιόνων δριμύτητα». Εἶχε μεγάλη ἀγάπη γιά τόν κόσμο, καταπράϋνε τίς φιλονικίες καί προσπαθοῦσε νά συμβιβάσει τούς ἐχθρούς. Ἔφθασε 100 ἐτῶν καί τά τελευταῖα 14 χρόνια τῆς ζωῆς του τά πέρασε ὡς ἡμιπληγικός, γυρισμένος πάντοτε ἀπό τή μία πλευρά.
Ἕνας ἄλλος ὅσιος, ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Ἀσκητής, ὑπῆρξε φιλόπονος καί βαθύς μελετητής τῶν Ἁγίων Γραφῶν. Ἔζησε μεταξύ του 4ου καί τοῦ 5ου αἰῶνος. Γιά τή ζωή του δέν ἔχουμε πολλές πληροφορίες. Ὅμως ἀπό διαφόρους ἐκκλησιαστικούς συγγραφεῖς πληροφορούμεθα ὅτι διετέλεσε πρεσβύτερος καί προϊστάμενος μοναστικῆς ἀδελφότητας κοντά στήν Ἄγκυρα, λίγο μετά τό 400 μ.Χ. Ἀργότερα, ἀποσύρθηκε στήν ἔρημο τῆς Γαλατίας (=Δυτικῆς Εὐρώπης) γιά μεγαλύτερη ἡσυχία. Ἄν μελετήσει κάποιος τά ἔργα του, βλέπει ἐκεῖ καθαρά πῶς ἀγωνίζεται ἕνας ἀσκητής μέσα στήν ἐκκλησία. Ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Ἀσκητής γνωρίζει τό πνεῦμα τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης καί διατυπώνει τήν ἐν Πνεύματι ἐμπειρία του μέ τόση σαφήνεια καί πειστικότητα, πού θά ἤθελες τόσο πολύ νά γίνει δάσκαλός σου στήν πνευματική ζωή! Χωρίς νά ἀφήσει τό κλίμα τῆς ἡσυχίας καί τόν χῶρο τῆς μοναστικῆς του βιωτῆς, διαβάζει, γράφει, νουθετεῖ, καθοδηγεῖ πνευματικά καί κηρύττει τόν Θεῖο λόγο. Νιώθεις ἔτσι ὅτι, κοντά στούς Ἁγίους μας, γνωρίζεις τόν Θεάνθρωπο Κύριο ὡς ἰατρό καί φωτισμό τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων. Ὁ Ἅγιος Μάρκος προτρέπει στή γνώση τοῦ πνευματικοῦ νόμου. Ἡ μελέτη τοῦ πνευματικοῦ νόμου γίνεται μέ τήν ὑπομονή τῶν θλίψεων στή ζωή καί τήν ἀμετεώριστο προσευχή. Ἡ καθημερινότητα, πού γιά τούς πολλούς εἶναι ἀποπνικτική, γίνεται πηγή προσευχῆς καί τόπος ἀσκήσεως τῆς ὑπομονῆς μέ τίς ἀθέλητες θλίψεις.
Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος συμβουλεύει καί προτρέπει πώς πρέπει, καθημερινά, νά γυμνάζουμε τόν ἑαυτό μας μέ ἄσκηση, δηλαδή μέ νηστεῖες καί σκληραγωγίες, μέ ἁπλό φαγητό καί λιτό τραπέζι, ἀποφεύγοντας παντοῦ καί πάντοτε τήν πολυτέλεια. Διαφορετικά, λέει, εἶναι ἀδύνατον νά εὐαρεστήσουμε τόν Κύριο. Χαρακτηρίζει τήν «ἄνεση» στή ζωή μας χειρότερη καί ἀπό αὐτόν τόν φοβερό διωγμό. Γιατί, ἡ μέν ἄνεση ἀποχαυνώνει καί ναρκώνει τήν ψυχή, ὁ δέ διωγμός τήν ἀφυπνίζει καί τήν στρέφει στόν Θεό.
Ὅ,τι ἰσχύει γιά τήν ἄνεση, ἰσχύει καί γιά τήν γαστριμαργία. Δέν μπορεῖς, ἰσχυρίζεται, νά κάνεις τόν πνευματικό ἄνθρωπο καί τήν ἴδια στιγμή νά σκᾶς ἀπό τήν πολυφαγία καί τήν πολυποσία.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς γράφοντας πρός τήν μοναχή Ξένη, τήν προτρέπει στήν ἄσκηση, λέγοντάς της «… μεῖνε μακριά ἀπό τήν ἄνεση, τήν ἀπόλαυση καί τήν καλοπέραση, διότι ὅλα αὐτά γεννοῦν τήν ἀναλγησία, τήν πώρωση καί τήν σκληρότητα τῆς καρδιᾶς».
Κανένας πνευματικός ἄνθρωπος δέν εἶναι φιλάργυρος, φιλήδονος καί φίλαρχος. Ὅλοι οἱ πνευματικοί ἄνθρωποι ἤσαν καί εἶναι ἀφιλάργυροι, ἐλεήμονες, μεγάλοι νηστευτές καί ἀποφεύγουν τήν δόξα, τά ἀξιώματα καί τίς πρωτοκαθεδρίες. Γνώρισμα τῆς ἀληθινῆς εὐσέβειας εἶναι ἡ προσπάθεια, ὁ ἀγώνας πού κάνει ὁ χριστιανός προκειμένου νά ἀποκοπεῖ ἀπό τά «τερπνά» του κόσμου τούτου. Ὅποιος ἀγαπᾶ καί κυνηγᾶ τήν ἀνάπαυση, στερεῖται ἀληθινῆς εὐσεβείας.
Ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος λέγει: «…μήν θεωρεῖς ἀληθινά ἐνάρετον αὐτόν πού εἶναι ¨δεμένος¨ μέ τήν ἀγάπη τῆς παρούσης ζωῆς». Γί αὐτό καί ὁ Μέγας Ἀντώνιος ἀναφέρει ὅτι πρώτη ἀρετή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ περιφρόνηση τοῦ σώματος.
Ἡ νηστεία εἶναι τό πρῶτο καί μεγάλο ἅλμα πρός τήν καταφρόνηση τοῦ σώματος, τῆς γήϊνης, τῆς κοσμικῆς ζωῆς. Κανένας ἅγιος δέν ἦταν γαστρίμαργος καί λαίμαργος. Μέ ὅπλο τήν νηστεία καί τό κομποσχοίνι πολεμοῦσαν μέχρι θανάτου τήν φιληδονία. Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος νήστευε αὐστηρά. Ὁ Τίμιος Πρόδρομος ζοῦσε μέ ἀκρίδες (=ἄκρες βοτάνων) καί ἄγριο μέλι. Ὁ ἀπ. Παῦλος «ἐν λιμῷ, ἐν δίψῃ, ἐν νηστείαις πολλάκις» (Β΄ Κορ. 11:27). Ὁ ἀπ. Πέτρος ζοῦσε μέ ἐλιές σέ ἅλμη καί λάχανα. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ζοῦσε μέ χυλό ἀπό βρώμη (=δημητριακό). Μερικοί μάλιστα ἅγιοι ἀγωνίζονταν μέ ἀκραίους τρόπους, ὥστε προκαλοῦσαν «σκάνδαλο». Οὐδέποτε λ.χ. κατέλυσαν λάδι στή ζωή τους.
Ἡ σκληρότητα στή ζωή μας γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ φέρνει στήν καρδιά μας τήν τρυφεράδα τοῦ Ἰησοῦ. Οἱ θεῖες ἡδονές γεννιοῦνται ἀπό τίς σωματικές ὀδύνες. Οἱ Πατέρες ἔδωσαν αἷμα ψυχῆς καί ἔλαβαν πνεῦμα. Μέ ἱδρῶτα καί κόπο ἔλαβαν τήν Χάρη. Πέταξαν τόν ἑαυτό τους καί τόν βρῆκαν στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Ὅσο κάθεται κανείς, τόσο χαλαρώνει. Ὅσο ἐργάζεται, τόσο δυναμώνει.
Στόν Ἄθωνα, στό Ἅγιον Ὅρος, ὑπάρχουν ἅγιοι γέροντες πού χαίρονται ἀπό τήν κακοπάθεια, καί μέσα ἀπό αὐτήν τήν σωματική κακοπάθεια ἔρχεται ἡ ψυχική καί πνευματική πρόοδος. Χρειάζεται αὐταπάρνηση. Δέν γίνεται χωρίς κόπο νά ἀποκτήσουμε ἁγιότητα.
Ἐπειδή ὑπάγομαι στήν Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα, ὅπου ἔγινα μεγαλόσχημος μοναχός καί ἱεροδιάκονος, θά ἤθελα νά τελειώσω τήν ὁμιλία μου μέ λίγα λόγια γιά αὐτό τό μοναστήρι τῆς Παλαιστίνης, τῆς Ἰουδαϊκῆς ἐρήμου πού ἀποτελεῖ πρότυπο ἐφησυχασμοῦ καί ἀσκήσεως, σώματος καί ψυχῆς, γιά αἰῶνες τώρα. Ἡ Ἀδελφότητα τῶν Σαββαϊτῶν εἶναι τό «προκεχωρημένο φυλάκιο» τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεώς μας στούς Ἁγίους Τόπους καί στόν κόσμο ὁλόκληρο. Εἶναι πάντοτε ὑπό τήν ὑψηλήν ἐποπτείαν τοῦ ἑκάστοτε Πατριάρχου Ἱεροσολύμων πού τυπικά θεωρεῖται, τιμῆς ἕνεκεν, ἡγούμενος τῆς Λαύρας. Ἡ ἀδελφότητα τῶν Σαββαϊτῶν Πατέρων διάγει βίον αὐστηρότατον καί λειτουργεῖ στηριζομένη ἀπόλυτα στίς ἐντολές καί ὑποδείξεις τοῦ Ἁγίου Σάββα.
Μία μόνο φορά τήν ἡμέρα ὑπάρχει κοινή τράπεζα, ἐκτός Σαββάτου, Κυριακῆς καί μεγάλων δεσποτικῶν καί Θεομητορικῶν ἑορτῶν, ὁπότε ὑπάρχει καί δευτέρα τράπεζα, μετά τόν Ἑσπερινόν. Οἱ νηστεῖες γίνονται μέ πᾶσαν ἀκρίβειαν.
Τό 24ωρο τῆς ζωῆς τῶν μοναχῶν ὑπολογίζεται σύμφωνα μέ τήν βυζαντινή ὥρα, ἡ ὁποία ρυθμίζεται ἔτσι ὥστε ἡ δύσις τοῦ ἡλίου νά συμπίπτει μέ τήν δωδεκάτην ὥραν καί ἡ ὁποία μεταβάλλεται ἀναλόγως τῆς πορείας τοῦ ἡλίου καί τῶν ἐποχῶν τοῦ χρόνου. Τό ἡμερονύκτιον χωρίζεται σέ 3 ὀκτάωρα πού εἶναι ἀφιερωμένα στήν προσευχή, στά διακονήματα καί στήν ἀνάπαυση.
Οἱ μοναχοί ὑποχρεοῦνται νά παρευρίσκονται σέ ὅλες τίς κοινές προσευχές-ἀκολουθίες. Οἱ μεγαλόσχημοι μοναχοί τελοῦν καθημερινῶς, στό κελί τούς 300 ἐδαφιαῖες μετάνοιες (ἤ κοινῶς στρωτές) καί 24 «κατοστάρια» κομβοσχοίνια.
Ὁ κανόνας τῶν μοναχῶν ρυθμίζεται ἀπό τόν πνευματικό τῆς Λαύρας καί εἶναι ἀνάλογος τῆς ἡλικίας καί τῶν διακονημάτων ἑκάστου. Τά διακονήματα, ἐργασίες καί ὑποχρεώσεις τῶν μοναχῶν, εἶναι ἐντός καί ἐκτός τοῦ μοναστηριοῦ, τῆς Λαύρας, ὅπως τοῦ Σκευοφύλακα, τοῦ Οἰκονόμου, τοῦ Τυπικάρη, τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ, τοῦ Βιβλιοφύλακα, τοῦ Ἀρχοντάρη, τοῦ Πορτάρη (=θυρωροῦ), τοῦ Τραπεζάρη, τοῦ Προσφοράρη, τοῦ Φούρναρη, τοῦ Μαγείρου, τοῦ Γραμματέως, τοῦ Παραηγουμένου, τοῦ Ὁδηγοῦ (τοῦ αὐτοκινήτου τῆς μονῆς) καί τῶν βοηθῶν αὐτῶν.
Ἀρκετοί πατέρες τῆς Λαύρας κρατοῦν τήν λεγόμενη «ἀλουσία» (=ὄχι λούσιμο τῶν μαλλιῶν καί ὄχι μπάνιο), ὡς ἄσκηση. Ἐπίσης, σύμφωνα μέ τά ὅσα ἐθέσπισεν ὁ Ἅγιος Σάββας, ἀπαγορεύεται οἱ μοναχοί τῆς Λαύρας νά διατηροῦν φιλίες ἤ νά κάνουν ἐπισκέψεις, νά ἔχουν ἀλληλογραφία, νά κάνουν ταξίδια ἄνευ λόγου καί εὐλογίας. Ἀπαγορεύεται νά γίνονται ἀνάδοχοι σέ βαπτίσεις, διότι ἄν ὁ καλόγηρος γίνεται αἴτιος σκανδάλου, ὄχι μόνον γιά τήν Λαύρα, ὄχι μόνον γιά τούς χριστιανούς, ἀλλά καί γιά τούς ἀλλοδόξους καί ἀλλοθρήσκους, τότε πρέπει ἀπαραιτήτως νά ἀποκόπτεται καί νά ἀπομακρύνεται ἀπό τήν ἀδελφότητα.
Ἡ μονή αὐτή προσφέρεται γιά ἄσκηση, τάξη καί πειθαρχία, διότι εὑρίσκεται μέσα στήν καρδιά τῆς ἐρήμου, ὁπότε οὔτε νερό ὑπάρχει ἄφθονο, οὔτε ἠλεκτρικό, οὔτε δίκτυο γιά τηλέφωνα καί ἠλεκτρονικούς ὑπολογιστές. Ἡ θερμοκρασία τό καλοκαίρι, ὑπό σκιάν, φθάνει τούς 40ο – 45ο βαθμούς Κελσίου. Ὁ χειμώνας εἶναι ἤπιος, ἀλλά ἄν κάνει λίγο κρύο θέρμανση δέν ὑπάρχει, οὔτε στό καθολικό, οὔτε στούς ὑπολοίπους ναούς καί παρεκκλήσια τῆς μονῆς, οὔτε στά κελιά τῶν πατέρων, οὔτε σέ ἄλλους χώρους τῆς μονῆς.
Ἡ πνευματική καί ἀσκητική ζωή τῆς Λαύρας αὐτῆς, καθώς καί ἡ ποικίλη αὐτῆς συνεισφορά στήν ἀντιμετώπιση προβλημάτων τῶν Ἁγιοταφιτῶν πατέρων, τοῦ Ὀρθοδόξου ἀραβοφώνου ποιμνίου μας καί τῶν εὐλαβῶν προσκυνητῶν τῶν Ἁγίων Τόπων, δύναται καί σήμερον νά ἐπαληθεύσει τήν, πρό αἰώνων, γενομένην διαπίστωσιν ὅτι: «Ὅπως ἡ Ἱερουσαλήμ εἶναι ἡ βασίλισσα πασῶν τῶν πόλεων, οὕτω καί ἡ Λαύρα τοῦ Ἠγιασμένου Σάββα εἶναι ἡ πριγκήπισσα πασῶν τῶν ἐρήμων, καί καθ’ ὅσον ἡ Ἱερουσαλήμ εἶναι τό πρότυπον ἄλλων πόλεων, τοσούτον καί ὁ Ἅγιος Σάββας (ἡ μονή του) τό παράδειγμα δι’ ἄλλας μονάς».
Ἡ τόση ἄσκηση τῶν πατέρων στή Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα κάνει τά σώματά τους νά εἶναι εὐλύγιστα, μετά τήν κοίμησή τους. Ὅταν δέ ἐναποθέτονται ἐπάνω σε πέτρινες πλάκες, καί ὄχι στό χῶμα, μέσα στό ὑπόγειο -ὡς κατακόμβη- κοιμητήριο τῆς μονῆς, ἐκεῖ μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἔρχονται σέ ἀποσύνθεση, χωρίς ὅμως νά μυρίζουν καί χωρίς νά σκουληκιάζουν, ἀλλά λιώνουν ὅπως λιώνει τό κερί καί εὐωδιάζουν ὅπως εὐωδιάζει τό θυμίαμα.
Ὁ αὐστηρός ἀγῶνας ἄσκησης, ἡ αὐτοεγκατάλειψη, ἡ πλήρης ἐξουθένωση καί ὁ ἐκμηδενισμός τῶν μοναχῶν θεωρήθηκε ἀπό πολλούς ἁγίους ἰσότιμη μέ τό μαρτύριο. Ὅλα αὐτά τά φαινόμενα ἀκραίας μοναχικῆς ἄσκησης, ὅλα αὐτά τά φαινόμενα καί οἱ διαστάσεις ἑνός, ὑπερβολικῆς αὐστηρότητας, πνευματικοῦ ἀγῶνα πού προελέχθησαν, ὅπως εἶναι ἡ ὀρθοστασία, τά φορτία μέ ἁλυσίδες, τά σιδερένια δεσμά, ὁ ἐγκλεισμός, ἡ αὐτοφυλάκιση, ἡ διά βίου σιωπή καί διακονία, ἡ ἄρνηση κάθε εἴδους ἐκπολιτισμένης ζωῆς μέσα σέ μία γενική στέρηση -στήν ἀπόλυτη μορφή της- γίνονται μέ σκοπό τήν θέωση, τόν ἁγιασμό, τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό, τόν Θεῖο Ἔρωτα πρός τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστόν καί τήν ἀπόλαυση τῆς ζωῆς τῆς ἐν τῷ Παραδείσῳ καί τῶν Ἐπουρανίων ἀγαθῶν, μέ τήν θέα τοῦ Παναγίου Προσώπου Του.
Ἀμήν, γένοιτο.

Πηγή ὑλικοῦ:
Ἀρχιμ. Ἰγνάτιος, Ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ποιμένων, Εἰσήγηση πού ἐκφωνήθηκε στή Διεθνῆ Ὀρθόδοξη Συνάντηση Ἡγουμένων, Μοναχῶν καί Μοναζουσῶν τῆς Πολωνίας, πού ἔλαβε χώρα στήν Ἀνδρώα Ἱερά Μονή τοῦ Ἁγίου Ὀνουφρίου τοῦ Αἰγυπτίου στό χωριό Γιαμπλέτσνα, τό Σεπτέμβριο 2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου